Τα ξημερώματα της Τρίτης ολοκληρώθηκαν οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των αρχηγών των Κρατών Μελών σχετικά με τον νέο Πολυετή Προϋπολογισμό της Ένωσης για την περίοδο 2021 – 2027 (Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο) αλλά και τη δημιουργία του Ταμείου Ανάκαμψης. Συνολικά μιλάμε για το μεγαλύτερο χρηματοδοτικό πακέτο που συμφωνήθηκε ποτέ, ύψους 1,85 τρις ευρώ το οποίο βεβαίως είναι αναλογικό μιας παγκόσμιας κρίσης άνευ προηγουμένου, με την ΕΕ να μετρά σε λίγους μόνο μήνες περισσότερους από 100.000 νεκρούς.

Για την Ελλάδα βεβαίως το αποτέλεσμα ήταν πολύ θετικό, με τον συνολικό εθνικό φάκελο, να ξεπερνά τα 70 δισ. ευρώ συμπεριλαμβάνοντας 32,5 δις από το Ταμείο Ανάκαμψης, εκ των οποίων 19,5 δις (61%) επιχορηγήσεις και 12,5 δις δάνεια (39%), και περίπου 40 δις από τον Ευρωπαϊκό προϋπολογισμό για το ΕΣΠΑ και την Κοινή Αγροτική Πολιτική. Επίσης η μη απαίτησης ομοφωνίας για την έγκριση των εθνικών προγραμμάτων που ζητούσε ο κ. Ρούτε από την Ολλανδία αλλά και η μη επιβολή μακροοικονομικών κριτηρίων στη χρήση των πόρων αυτών είναι από τα θετικά.

Για πρώτη φορά η Ένωση θα δανειστεί από τις αγορές στο όνομά της ένα τεράστιο ποσό 750 δις ευρώ με ορίζοντα αποπληρωμής το 2058. Από αυτά, τα 390 δις θα επιστραφούν μέσω του Ευρωπαϊκού προϋπολογισμού και δεν θα επιβαρύνουν τα Κράτη, ενώ τα 360 θα δοθούν ως δάνεια και θα πρέπει να αποπληρωθούν από τις χώρες που θα τα χρησιμοποιήσουν. Μιλάμε για την πρώτη μορφή αμοιβαιοποίησης χρέους που έστω και αν γίνεται κάτω από αυτές τις εξαιρετικά κρίσιμες συνθήκες, είναι μία απόφαση που μέχρι πριν από λίγους μήνες φάνταζε απίθανη.

Από την αρχή της κρίσης είχα υποστηρίξει ότι το Ταμείο Ανάκαμψης θα έπρεπε να αποτελείται κυρίως από επιδοτήσεις, επιτρέποντας στις χώρες του νότου που έχουν πληγεί περισσότερο είτε οικονομικά είτε υγειονομικά λόγω κορωνοϊού, να ανακάμψουν χωρίς να κινδυνεύουν να μπουν σε μία νέα κρίση χρέους. Η συμφωνία στην οποία κατέληξαν τελικά οι Ευρωπαίοι ηγέτες μετέφερε στα δάνεια 110 δις, με αποτέλεσμα ενώ πριν οι επιχορηγήσεις ήταν τα  2/3 τώρα είναι μόλις το  52% Αν και η αναλογία κατανομής στα Κράτη δεν επηρεάστηκε σε πολύ μεγάλο βαθμό, η αλλαγή επηρέασε σημαντικές ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες με κάποιες είτε να καταργούνται τελείως, είτε να υποχρηματοδοτούνται. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν η πλήρης κατάργηση του Μέσου Στήριξης Φερεγγυότητας 23 δις που μέσω μόχλευσης είχε στόχο είχε να κινητοποιήσει 300 δις ευρώ για την υποστήριξη των επιχειρήσεων και να μειώσει τις ανισότητες που έχουν δημιουργήσει η χαλάρωση των κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις, αλλά και η μείωση κατά 22 δις του Ταμείου Δίκαιης Μετάβασης που είναι βασικό εργαλείο για την επίτευξη των περιβαλλοντικών στόχων της Ένωσης με έναν κοινωνικά δίκαιο τρόπο και ενδιαφέρει πολύ την Ελλάδα. Η ανάγκη για προστασία από διασυνοριακούς κινδύνους όπως η πανδημίες και ο φόβος για ένα δεύτερο κύμα περίσωσε τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Πολιτικής Προστασίας για το οποίο είμαι εισηγητής στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, που με ελάχιστες περικοπές παρέμεινε στα τρία δις.

Ο μεγάλος χαμένος των διαπραγματεύσεων φαίνεται ότι είναι ο Ευρωπαϊκός προϋπολογισμός. Ενώ οι απαιτήσεις που έχουμε από την Ευρώπη ολοένα και αυξάνονται, το νέο Δημοσιονομικό πλαίσιο στο οποίο κατέληξαν οι Ευρωπαίοι ηγέτες δεν συμβαδίζει με τις φιλοδοξίες και είναι χαμηλότερος από το απερχόμενο, το οποίο ήταν με τη σειρά του επίσης χαμηλότερο από τον προηγούμενο, ξεπερνώντας με τα βίας το 1% του Ευρωπαϊκού ΑΕΠ. Καθώς το Ταμείο Ανάκαμψης θα έχει διάρκεια μόλις τρία + τρία χρόνια (2023 για την δέσμευση των χρημάτων και 2026 για την ολοκλήρωση των δράσεων) συνεπάγεται ότι οι δυνατότητες χρηματοδότησης της Ένωσης θα πέσουν απότομα κάτω από το μισό την περίοδο 2024-2027 με σημαντικές προτεραιότητες όπως είναι ο ψηφιακός μετασχηματισμός, η αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, ενίσχυση της κοινωνικής και περιφερειακής συνοχής να κινδυνεύουν. Παράλληλα θα αποτελέσει και τη βάση για τις επόμενες διαπραγματεύσεις που όπως αποδεικνύει το τελευταίο Σαββατοκύριακο ποτέ δεν είναι εύκολες.

Η μόνη δαπάνη που αντί να καταργηθεί όπως προβλεπόταν τελικά αυξάνεται, είναι οι επιστροφές που λαμβάνουν κάποιες χώρες, μεταξύ αυτών και η Ολλανδία, η Αυστρία, η Δανία και η Σουηδία. Αυτή η κακή συνήθεια που ξεκίνησε από την Μεγάλη Βρετανία ως τρόπος εξαγοράς της συγκατάθεσής της σε κοινές Ευρωπαϊκές πολιτικές, αντί να εξαφανιστεί με την έξοδο της Αγγλίας, βρήκε δυστυχώς άξιους συνεχιστές στους «φειδωλούς» και ιδιαίτερα στους κ.κ. Ρούτε και Κουρτς.

Ακόμα και ο κ. Όρμπαν κατάφερε την χαλάρωση της διατύπωσης για το Κράτος Δικαίου η οποία πλέον συνδέει την όποια διακοπή χρηματοδοτήσεων με την προστασία του ευρωπαϊκού προϋπολογισμού και όχι με την τήρηση των αρχών της Ένωσης.

Τώρα μετά την απόφαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου είναι η ώρα να ξεκινήσουν οι διαπραγματεύσεις με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Για το λόγο αυτό καταθέσαμε κοινό ψήφισμα όλων των πολιτικών ομάδων, εκτός των Ευρωπαίων Συντηρητικών και των Ακροδεξιών,  χαιρετίζει την απόφαση των ηγετών για τη δημιουργία του νέου Ταμείου Ανάκαμψης. Όμως παράλληλα ξεκαθαρίζουμε ότι για να μπορέσουμε να δώσουμε τη θετική μας ψήφο, όπως απαιτείται από τις Συνθήκες, πρέπει να υπάρξουν σημαντικές βελτιώσεις σε κάποια βασικά θέματα. Οι κύριες προτεραιότητες του Κοινοβουλίου επικεντρώνονται στην ενίσχυση της αιρεσιμότητας του Κράτους Δικαίου, ώστε να μην επιτρέπουμε σε κυβερνήσεις που παραβιάζουν τις βασικές αρχές και αξίες της Ένωσης να λαμβάνουν και να εκμεταλλεύονται τα χρήματα του Ευρωπαίου φορολογουμένου (Ουγγαρία, Πολωνία). Θέλοντας επίσης να διασφαλίσουμε ότι η αποπληρωμή των επιχορηγήσεων δεν θα οδηγήσουν σε περεταίρω μειώσεις του Ευρωπαϊκού προϋπολογισμού, ζητάμε την άμεση δημιουργία νέων άμεσων πηγών, όπως είναι ένας φόρος στις χρηματοπιστωτικές  συναλλαγές, τις μεγάλες ψηφιακές εταιρείες, περιβαλλοντικούς δασμούς. Τέλος δύο σημαντικές προϋποθέσεις είναι η ενίσχυση των εξουσιών του Κοινοβουλίου στον έλεγχο των χρημάτων, περιορίζοντας τις εξουσίες του Συμβουλίου αλλά και ζητώντας να υπάρξει μία ενδιάμεση αναθεώρηση του προϋπολογισμού το 2024 που θα επιτρέψει την επίλυση των όποιων προβλημάτων δημιουργήσει η ξαφνική μείωση των διαθέσιμων χρημάτων. Για να το θέσω πιο απλοϊκά, το Κοινοβούλιο, σκοπεύει, κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων που αναμένεται να ξεκινήσουν, να διορθώσει τις στρεβλώσεις που επέβαλε η ανάγκη ομοφωνίας στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, επιτυγχάνοντας το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα όχι βάση των εθνικών συμφερόντων και ιδεοληψιών που επικρατούν στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, αλλά του κοινού καλού.

Πηγή: patrastimes.gr