Η χορήγηση της δικαιούμενης κανονικής άδειας του υπαλλήλου είναι υποχρεωτική για τη Διοίκηση. Αποτελεί δικαίωμα του υπαλλήλου και είναι δεσμευτική κατά το δεύτερο εξάμηνο κάθε έτους, ακόμα και αν δεν τη ζητήσει ο υπάλληλος. Επίσης δε, αν δεν χορηγήθηκε η κατ’ έτος επιτρεπόμενη κανονική άδεια στον δημόσιο υπάλληλο εκείνη μεταφέρεται υποχρεωτικά στο επόμενο έτος, ότε και η Διοίκηση έχει υποχρέωση να του τη χορηγήσει.

Η μη χορήγηση της άδειας, ο περιορισμός ή η ανάκληση της είναι επιτρεπτές για την αντιμετώπιση έκτακτων αναγκών της υπηρεσίας μετά από έγκριση του οργάνου που προΐσταται αυτού που είναι αρμόδιο για τη χορήγηση της άδειας. Στην περίπτωση αυτή η άδεια χορηγείται υποχρεωτικώς στο επόμενο έτος.

Εντούτοις στον Υπαλληλικό Κώδικα, δεν ρυθμίζεται ρητά τι συμβαίνει στην περίπτωση που είτε η Διοίκηση αρνείται καταχρηστικά την χορήγηση της άδειας στον υπάλληλο, ακόμα και αυτή που έχει μεταφερθεί στον επόμενο έτος, είτε στην περίπτωση, που η άδεια του προηγούμενου έτους δεν χορηγήθηκε για έκτακτες υπηρεσιακές ανάγκες, πλην όμως δεν μπορεί να μεταφερθεί αντικειμενικά στο επόμενο επειδή λόγου χάριν ο υπάλληλος συνταξιοδοτείται, ή έχει λυθεί η υπαλληλική σχέση για άλλο λόγο).

Πρόσφατη γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου, έχει δεχθεί ότι οι παραπάνω περιπτώσεις, είναι τυπικά παραδείγματα θεμελίωσης δικαιώματος αποζημίωσης του υπαλλήλου ο οποίος έχει ζημιωθεί από το γεγονός της άρνησης της Διοίκησης να του χορηγήσει την άδεια του στις περιπτώσεις που η τελευταία είναι υποχρεωτική ή στην περίπτωση που η άδεια μεταφέρεται στο επόμενο έτος αλλά για αντικειμενικούς λόγους είναι αδύνατον να χορηγηθεί πχ λόγω συνταξιοδότησης του υπαλλήλου.

Συνεπώς, η υπάλληλος δικαιούται κατ’ εφαρμογή του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ αποζημίωση ίση προς τις αποδοχές ενός μηνός για κάθε έτος για το οποίο δεν της χορηγήθηκε η κανονική άδεια και οι οποίες θα της καταβάλλοντο κατ άρθρον 48 παρ. 1 του ν. 2683/1999.

Πηγή: patrastimes.gr