Στην πρόταση για ίδρυση bad bank για τα «κόκκινα» δάνεια επιμένει η Τράπεζα της Ελλάδος, υπογραμμίζοντας στη νέα Έκθεση για τη Χρηματοπιστωτική Σταθερότητα ότι το σχέδιο «Ηρακλής» δεν επαρκεί για να μειωθούν τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια στα επίπεδα της ευρωζώνης. Παράλληλα, η ΤτΕ επιχειρεί να διαλύσει τις ανησυχίες, που είχαν εκφρασθεί πρόσφατα και από τον υφυπουργό Οικονομικών, Γιώργο Ζαββό, ξεκαθαρίζοντας ότι η πρότασή της για bad bank δεν θα οδηγήσει σε επιβολή μέτρων εξυγίανσης στις τράπεζες, κάτι που θα απειλούσε και τις καταθέσεις.

Σύμφωνα με την έκθεση, η κρίση της πανδημίας επηρέασε τους βραχυπρόθεσμους και μεσοπρόθεσμους κινδύνους για τον ελληνικό τραπεζικό τομέα. Η ΤτΕ αποφεύγει να προχωρήσει σε προβλέψεις για τα νέα «κόκκινα» δάνεια που θα δημιουργηθούν, τονίζοντας όμως ότι «οι επιπτώσεις της πανδημίας COVID-19 αναμένεται να επιβαρύνουν εκ νέου την ποιότητα των στοιχείων του ενεργητικού των τραπεζών με τη δημιουργία νέων ΜΕΔ σε βαθμό που δεν μπορεί να εκτιμηθεί με ακρίβεια. Ένας από τους παράγοντες που δυσχεραίνουν την εκτίμηση για τη δημιουργία νέων ΜΕΔ είναι η αναστολή καταβολής δόσεων κεφαλαίου ή/και τοκοχρεωλυτικών δόσεων έως τα τέλη του έτους, σύμφωνα με τις αποφάσεις των τραπεζών στο πλαίσιο των μέτρων στήριξης ιδιωτών και επιχειρήσεων που πλήττονται από την πανδημία».
Το 2019 σημειώθηκε μεγάλη πρόοδος στη μείωση των ΜΕΔ, η οποία συνεχίσθηκε το πρώτο τρίμηνο του 2020. Σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, «οι προσπάθειες μείωσης του μεγάλου αποθέματος των μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ) κατά τη διάρκεια του 2019 αποτιμώνται θετικά. Το απόθεμα των ΜΕΔ στο τέλος του έτους διαμορφώθηκε στα 68,5 δισεκ. ευρώ, σημειώνοντας μείωση 16,2% ή 13,3 δισεκ. ευρώ σε σχέση με το τέλος του 2018 (81,8 δισεκ. ευρώ). Η τάση αυτή ενισχύθηκε σύμφωνα με τα στοιχεία Μαρτίου 2020 με περαιτέρω μείωση κατά 7,6 δισεκ. ευρώ (ή κατά 11,1%) συγκριτικά με το τέλος Δεκεμβρίου του 2019 και το απόθεμα των ΜΕΔ ανήλθε σε 60,9 δισεκ. ευρώ».

Όμως, η ΤτΕ καθιστά σαφές ότι τα υφιστάμενα εργαλεία για τη γρήγορη μείωση των «κόκκινων» δανείων, δηλαδή κυρίως οι τιτλοποιήσεις με κρατικές εγγυήσεις (σχέδιο «Ηρακλής») δεν επαρκούν για να φθάσουν οι τράπεζες στη μείωση του αποθέματος μη εξυπηρετούμενων δανείων σε επίπεδα συγκρίσιμα με το μέσο όρο της ευρωζώνης. Όπως τονίζεται στην έκθεση,

Η επιτυχής ολοκλήρωση των συναλλαγών πώλησης ΜΕΔ, μέσω τιτλοποίησης δανείων με την ταυτόχρονη χρήση του προγράμματος χορήγησης εγγυήσεων του Ελληνικού Δημοσίου (HAPS) θα επιφέρει περαιτέρω μείωση στο υφιστάμενο απόθεμα. Εντούτοις, σύμφωνα με υπολογισμούς των υπηρεσιών της Τράπεζας της Ελλάδος, ο λόγος των ΜΕΔ προς το σύνολο των δανείων (NPL ratio) εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί στο 25% περίπου, ποσοστό που εξακολουθεί να είναι το υψηλότερο και πολλαπλάσιο του μέσου όρου των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού – SSM (2,7% και 3,2% αντίστοιχα με στοιχεία Δεκεμβρίου 2019). Επιπρόσθετα, εκτιμάται ότι η επίπτωση στο Δείκτη Κεφαλαιακής Επάρκειας των τραπεζών από τη διενέργεια των εν λόγω συναλλαγών τιτλοποίησης θα ανέλθει κατά μέσο όρο σε τρεις μονάδες.
Σε αυτό το πλαίσιο, αναγκαία είναι, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της ΤτΕ, η ίδρυση bad bank. «Με το διαθέσιμο απόθεμα ΜΕΔ να προσδιορίζεται στο 37,3% με στοιχεία α΄ τριμήνου του 2020, την αβεβαιότητα αναφορικά με την κλιμάκωσή του στο επόμενο διάστημα, την περιορισμένη δυνατότητα λόγω χαμηλής κερδοφορίας για τη δημιουργία κεφαλαίου από τις τράπεζες, την εκτιμώμενη επιδείνωση της σχέσης της αναβαλλόμενης οριστικής και εκκαθαρισμένης φορολογικής απαίτησης (DTC) έναντι του Δημοσίου ως ποσοστό των εποπτικών ιδίων κεφαλαίων, αλλά κυρίως την επιτακτική ανάγκη χρηματοδότησης της πραγματικής οικονομίας, καθίσταται σαφές ότι απαιτούνται επιπλέον ενέργειες, τόσο από τις τράπεζες, όσο και από την Πολιτεία», υπογραμμίζει η Τράπεζα της Ελλάδος.

Αναφερόμενη στην πρότασή της για την bad bank, η ΤτΕ επιχειρεί να δώσει απάντηση σε όλες τις αιτιάσεις που έχουν ακουσθεί κατά καιρούς, μεταξύ άλλων και στην πρόσφατη αναφορά του Γ. Ζαββού σε κίνδυνο για «κούρεμα» καταθέσεων, εάν δοθούν κρατικές ενισχύσεις στις τράπεζες μέσω του σχήματος της bad bank. Όπως αναφέρει η ΤτΕ,

Η Τράπεζα της Ελλάδος επεξεργάζεται συγκεκριμένη πρόταση υλοποίησης ενός σχήματος συνολικής διαχείρισης προβληματικών στοιχείων ενεργητικού (Asset Management Company – AMC) των ελληνικών τραπεζών. Ειδικότερα, βάσει της πρότασης όχι μόνο δεν ανατρέπονται αλλά αντίθετα αξιοποιούνται οι υφιστάμενες υποδομές των τραπεζών, καθώς και οι συμμετοχές τρίτων μερών στους τομείς διαχείρισης των ΜΕΔ.
Επιπλέον, ενδεχόμενες ζημίες που σχετίζονται με το υφιστάμενο απόθεμα ΜΕΔ καλύπτονται αποκλειστικά από τις τράπεζες και όχι από τον Έλληνα φορολογούμενο, μέχρι του ελάχιστου ορίου δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας. Με τον τρόπο αυτό διασφαλίζεται η χρηματοπιστωτική σταθερότητα και αποκλείεται οποιαδήποτε διασύνδεση του προτεινόμενου σχήματος με ενδεχόμενα σενάρια εφαρμογής μέτρων εξυγίανσης. Τέλος, πρέπει να τονισθεί ότι η πρόταση δεν αποσκοπεί απλώς σε κεφαλαιακή ελάφρυνση, αλλά σε εκτέλεση συναλλαγών σε όρους αγοράς, με τη συμμετοχή ιδιωτών επενδυτών.

Πηγή: patrastimes.gr