Στη μνήμη του Πάνου Οικονόμου*

και στην ‘’απουσία’’ του Παναγιώτη Σταυρόπουλου

Εκεί που οι ΒΔ απολήξεις της Πελοποννήσου, τα νησιά του Ιονίου, που πιάνει το μάτι σου, οι παραλίες της Στερεάς και τα βουνά της Ρούμελης και κυρίως ο Πατραϊκός  είναι   στα κόκκινα, στα ζεστά και τα πορφυρά με μιας όλα μπλαβίζουν μπαίνουν στα ψυχρά  πριν τα καταπιεί το σκοτάδι και η ησυχία της νύχτας.

Σ’ αυτόν τον κόλπο κάτι το μυστήριο συμβαίνει που καλό θα ήταν οι φυσικοί και οι ειδήμονες να το προσεγγίσουν, να το εξετάσουν, να το αναλύσουν και να αποφανθούν.

Υποτίθεται ότι τα θερμά χρώματα αντιπροσωπεύουν το πάθος, τον ενθουσιασμό, τη δύναμη και την ενέργεια. Τέτοια είναι το κόκκινο, το πορτοκαλί και το κίτρινο. Από την άλλη πλευρά τα ψυχρά χρώματα όπως το μπλε, το μωβ  αντιπροσωπεύουν την ηρεμία, τη σταθερότητα. Όμως κάθε χρώμα έχει μοναδικά χαρακτηριστικά που προκαλούν συγκεκριμένα ερεθίσματα στον ανθρώπινο εγκέφαλο. Αυτές οι εναλλαγές στη χούφτα του Πατραϊκού μου προκαλούν μια βαθιά συγκίνηση, που δεν έχει ούτε χαρά ούτε λύπη ή μάλλον έχει και χαρά και λύπη και νοσταλγία και επιθυμία και λύτρωση και λαχτάρα.

Από τη Μύκονο και την Οία μέχρι τα Δωδεκάνησα και τις ακτές τις Ηπείρου όλοι οι τουριστικοί προορισμοί, καυχιόνται για το ‘’καλύτερο’’ ηλιοβασίλεμα της περιοχής, της Ελλάδος, του πλανήτη μπορεί και του σύμπαντος. Το ηλιοβασίλεμα του Πατραϊκού δεν λέω ότι είναι το καλύτερο, λέω, όχι πάντα, αλλά όταν θέλει, είναι το πιο μυστηριακό, το πιο μαγικό, το πιο χαοτικό της περιοχής, της Ελλάδος, του πλανήτη, μπορεί και του σύμπαντος. Πιθανόν αυτές οι σκέψεις να μην στηρίζονται σε επιστημονικές έρευνες, ούτε καν στη λογική, στηρίζονται όμως στα παιδικά βιώματα, στις περατζάδες,  στα πρώτα μπάνια, στις εφηβικές παρασπονδίες, στα πρώτα και δεύτερα μη σου πω και τρίτα σκιρτήματα, μέχρι να φύγω από την πόλη, και όλα αυτά δεν έχουν χρεία αποδείξεων και επιβεβαιώσεων, είναι αυταπόδεικτα στο καμίνι των αισθήσεων και των αισθημάτων.

Το κλικ της φωτογραφικής μου μηχανής μου με έβγαλε από τον λήθαργο. Τράβηξα μερικές ακόμα φωτογραφίες του Κτηρίου του ΟΛΠ που σχεδίασε ο Αλέξης Συριόπουλος και το  άφησα σκοτεινό και λυπημένο. Γιατί να το ξέρετε, τα όμορφα κτήρια έχουν εκφράσεις, αν δεις αυτό το κτήριο διαφορετικές ώρες θα προσέξεις ότι κάποιες φορές συνοφρυώνεται, άλλες χαμογελά, άλλες θυμώνει και τον τελευταίο καιρό μετά τις σκληρόπετσες αποφάσεις των υπευθύνων είναι βαθιά λυπημένο.

Άφησα πίσω μου τη φθορά να συνεχίζει να κατατρώει το όμορφο κτήριο και μαζί ολόκληρη την περιοχή και αναρωτήθηκα δεν κουραστήκαμε με διάφορες δικαιολογίες και προφάσεις να καταστρέφουμε όμορφα κτήρια και οικιστικά σύνολα και να στήνουμε στις θέσεις του απρόσωπες, χωρίς έμπνευση και αιτία κατασκευές;

Κινήθηκα δίπλα στο κύμα προς τον ή την προβλήτα, (ούτε ο Μπαμπινιώτης δεν το έχει λάβει τελικές αποφάσεις επί του θέματος) της Αγίου Νικολάου. Αλλά όλα τα μαγικά εδώ συμβαίνουν, αυτός ο χώρος λοιπόν έχει περίεργες διαστάσεις όταν περπατάς μόνος και λίγο θλιμμένος, καλή ώρα, μοιάζει αχανής, ατελείωτος, έξω από τις ανθρώπινες διαστάσεις και κλίμακες. Όταν όμως παλαιότερα κάναμε τελετές της λήξης και γιορτές του καρναβαλιού και η χαρά είχε ποτίσει την πόλη ο χώρος έμοιαζε μια σταλιά,  δεν μας έφτανε  να βάλουμε τον κόσμο, που να χωρέσουμε τους  χιλιάδες νέους που είχαν Διονυσιαστεί  δεν είχαμε χώρο που ν’ ακουμπήσουμε τη χαρά μας, δεν είχαμε χώρο  ούτε να  στοιβάξουμε κάπου το κέφι και την έκσταση να μην χυθεί στα νερά του λιμανιού.

Έφτασα αργοπερπατώντας στην απόληξη του μόλο. Τα φώτα της πόλης είχαν ανάψει και του ουράνιου θόλου είχαν χαθεί. Το κυματάκι σκούνταγε τη μεγάλη τσιμεντένια επιφάνεια σαν το πειραχτήρι που δεν αφήνει τον κουρασμένο να ησυχάσει

Γυρίζαμε ένα ντοκιμαντέρ, πριν πολλά χρόνια, με θέμα το λιμάνι και προσπαθούσα να βρω τρόπο σύντομα και περιεκτικά να δείξουμε τις διαστάσεις και το ρόλο αυτής της αχανούς πλατφόρμας του μόλου. Η λύση δόθηκε με την μπάντα του δήμου. Η σκηνή γυρίστηκε απογευματάκι ‘’εισέβαλε’’ στο πλάνο λοιπόν η μπάντα παιανίζοντας, ο κόσμος, παιδιά, νέοι, μεγαλύτεροι, όπως σωστά είχαμε προβλέψει, αυθόρμητα πήρε την αρμόζουσα θέση και στάση, σάμπως να ήταν κομπάρσοι αμερικάνικης υπερπαραγωγής καθοδηγούμενοι από άπειρους βοηθούς και εμείς άνετα, χωρίς κανένα άγχος πάνω από το δεμένο πλοίο και στη συνέχεια από διάφορα σημεία του μόλου κάναμε τις λήψεις μας, πήραμε τα πλάνα μας και καταγράψαμε το γεγονός σκιαγραφώντας τη θέση και το ρόλο της προβλήτας στη ζωή της πόλης.

Απέναντι το κτήριο του Αλέξη Συριόπουλο υποφωτισμένο και θαμπό, στο λίγο φως όμως προλάβαιναν να φανούν οι λιτές γραμμές, οι καθαροί όγκοι του και το μεγάλο κενό που θα προκύψει από μια αναίτια, βάρβαρη  κατεδάφιση

Κάποιοι μίλησαν και είπαν ότι εκεί άραζαν τα καράβια τους οι Ρωμαίοι, οι αρχαίοι, οι Βίκινγκς και δεν ξέρω ποιοι άλλοι και αναρωτιέμαι, φίλε ποιητή πως και δεν βλέπεις τα χρώματα του Πατραϊκού, πως και δεν βλέπεις τη σύγχρονη τριήρη του Α. Συριόπουλου δεμένη στο λιμάνι; Πως και δεν  βλέπεις το πλοίο να ετοιμάζεται να αποπλεύσει για τα σκοτεινά μέρη της λήθης;

O Πάνος Οικονόμου και ο Παναγιώτης Σταυρόπουλος

παίζουν στο ντοκιμαντέρ που προβάλλεται.

 

Η λαμπερή εκφώνηση του κειμένου της ταινίας και η γλυκιά φωνή

μπορεί να κρύψει τα βαθιά σκοτάδια της ανθρώπινης φύσης;

Πηγή: patrastimes.gr