Η ρύθμιση της εργασίας και της απασχόλησης βρίσκεται στην καρδιά κάθε συζήτησης περί οικονομικής ελευθερίας. Η κρατική παρέμβαση στην εργασιακή αγορά, και ιδίως οι λεγόμενοι «νόμοι πρόσληψης και απόλυσης» έχουν κομβικό ρόλο στη διαμόρφωση του βαθμού στον οποίο η απασχόληση μπορεί να προσαρμοστεί σε μεταβαλλόμενα περιβάλλοντα και να αντιδράσει στην κρίση. Η εργασιακή ευελιξία γενικώς αναγνωρίζεται ως προϋπόθεση της ανάπτυξης, καθώς επιτρέπει στους εργοδότες και τις εταιρίες να διατηρούν την αποτελεσματικότητα και την ανταγωνιστικότητα.

Η χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 προκάλεσε σημαντικές πολιτικές και οικονομικές ανακατατάξεις στην Ευρώπη και αλλού, στις οποίες οι μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας είχαν πρωταγωνιστικό ρόλο. Τα πορίσματα από την ετήσια έκθεση Οικονομική Ελευθερία στον Κόσμο για το 2020 καταδεικνύουν ότι την ύφεση του 2008 τη διαχειρίστηκαν με τη μεγαλύτερη επιτυχία χώρες που επέλεξαν ευελιξία στην αγορά εργασίας και αποτελεσματικά δίχτυα ασφαλείας, όπως η Δανία.

Σε ό,τι αφορά την Ευρωπαϊκή Ένωση, υπάρχουν ουσιώδεις διαφορές μεταξύ των κρατών-μελών ως προς τις πολιτικές ρύθμισης της εργασίας. Η έκθεση αναδεικνύει το «κανονικό» αυστηρό ρυθμιστικό περιβάλλον που χαρακτηρίζει τις δυτικοευρωπαϊκές και ιδίως τις νότιες χώρες-μέλη. Ο Δείκτης Εργασιακής Ευελιξίας του 2020 επιβεβαιώνει αυτή την πραγματικότητα, ταξινομώντας το Ηνωμένο Βασίλειο, τη Δανία και την Ιρλανδία στην κορυφή του καταλόγου σε ό,τι αφορά ένα ευέλικτο εργασιακό περιβάλλον. Η Γαλλία, το Λουξεμβούργο και η Πορτογαλία αντιθέτως καταλαμβάνουν τις χαμηλότερες θέσεις της λίστας, με πολύ χαμηλές επιδόσεις στους δείκτες ευελιξίας.

Αν το γενικό συμπέρασμα της έκθεσης για το 2020 είναι ότι η οικονομική ελευθερία αυξάνεται στον κόσμο, αυτή η τάση ισχύει επίσης και για τις εργασιακές ρυθμίσεις στην Ευρώπη. Από το ξέσπασμα της κρίσης του 2008, οι περισσότερες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις αντέδρασαν στην αύξηση της ανεργίας με απορρύθμιση και τροποποιήσεις στους νόμους για την προστασία των θέσεων εργασίας. Αυτές οι αλλαγές δεν υπήρξαν ωστόσο ουσιώδεις.

Για παράδειγμα, ο υποδείκτης Ρύθμιση Προσλήψεων και Απολύσεων για την Ιταλία, σε μια κλίμακα 0-10 αυξήθηκε από 2,45 το 2009 σε 3,24 το 2017, ενώ ο γενικότερος υποδείκτης των Ρυθμίσεων αυξήθηκε κατά την ίδια περίοδο από 6,30 σε 6,81. Μια κεντρική μεταρρύθμιση στην κατεύθυνση αυτή ήταν ο Νόμος για τις Θέσεις Εργασίας που προωθήθηκε από την σοσιαλδημοκρατική πλειοψηφία με επικεφαλής τον Ματέο Ρέντζι κατά το διάστημα 2014-5, που περιλάμβανε, μεταξύ άλλων, τη χαλάρωση των ρυθμίσεων πρόσληψης και απόλυσης, και την ενίσχυση των προβλέψεων του διχτυού ασφαλείας.

Αυτές οι μεταρρυθμίσεις ακολούθησαν το μονοπάτι που είχε ήδη ανοίξει η προηγούμενη, τεχνοκρατική κυβέρνηση του Μάριο Μόντι, στον οποίο πιστώνεται συχνά η «διάσωση της Ιταλίας από το χείλος του γκρεμού» με την ψήφιση μεταρρυθμίσεων φιλελευθεροποίησης και απορρύθμισης.

Η Ελλάδα, το επίκεντρο της κρίσης κρατικού χρέους της ΕΕ, καταγράφει επίσης μια άνοδο στον υποδείκτη Ρυθμίσεις Πρόσληψης και Απόλυσης από 3,22 σε 4,16. Πρέπει να επισημανθεί ότι η ελληνική κυβέρνηση εφάρμοσε ένα πακέτο μεταρρυθμίσεων φιλελευθεροποίησης, επίσης υπό την πίεση των διεθνών χρηματοπιστωτικών θεσμών και της ΕΕ. Αυτές οι μεταρρυθμίσεις χαλάρωσαν την εργασιακή προστασία επεκτείνοντας τη διάρκεια των προσωρινών συμβάσεων και αποκεντρώνοντας περαιτέρω τις συλλογικές διαπραγματεύσεις προς την κατεύθυνση των επιχειρήσεων.

Οι αναλύσεις της ελληνικής περίπτωσης έχουν αποδώσει ανάμεικτα αποτελέσματα. Ενώ ο ρόλος των θεσμικών μεταρρυθμίσεων θεωρείται κομβικός σε ό,τι αφορά την έξοδο της Ελλάδας από την κρίση και τη σχετική χαλιναγώγηση της ανεργίας, άλλοι διεκτραγωδούν τη ραγδαία αύξηση της επισφαλούς εργασίας που ενισχύεται από τη διάδοση των βραχυχρόνιων συμβάσεων.

Με τον COVID-19 πρέπει να είμαστε πολύ επιφυλακτικοί σε ό,τι αφορά την υπόθεση ότι αυτές οι τάσεις ως προς την οικονομική ελευθερία θα συνεχίσουν να εκδηλώνονται σταθερά στο άμεσο μέλλον. Την επόμενη της υγειονομικής αυτής έκτακτης ανάγκης, η ισχυρή ανάπτυξη θα έχει κομβικό ρόλο στην υποστήριξη των οικονομικών που αντιμετωπίζουν προβλήματα. Μπορούμε να συμπεράνουμε ότι η ΕΕ σαφώς δεν αποτελεί ένα ομοιογενές περιβάλλον εργασιακών πολιτικών.

Αν οι αρμόδιοι για τη χάραξη της πολιτικής έχουν ως στόχο την ανάκαμψη των οικονομιών τους από το σοκ της πανδημίας, θα πρέπει να υιοθετήσουν τη μεγαλύτερη ευελιξία των εργασιακών ρυθμίσεων, δημιουργώντας ταυτόχρονα αποτελεσματικά δίχτυα ασφαλείας για τους ανέργους, που θα προάγουν την επανένταξη και την ανάπτυξη δεξιοτήτων.

Πηγή: patrastimes.gr