Ισχυρές αντοχές έδειξε ο κλάδος των τροφίμων κατά τη διάρκεια της πανδημίας, με τις ελληνικές εξαγωγές να κερδίζουν έδαφος και να δημιουργούν προϋποθέσεις για περαιτέρω διείσδυσή τους στις διεθνείς αγορές. Ο κλάδος, ευνοημένος και από τη συγκυρία του κορωνοϊού, μπορεί να διεκδικήσει ακόμη υψηλότερα μερίδια στις διεθνείς αγορές προσφέροντας στην ελληνική οικονομία επιπλέον 1,2 δισ. ευρώ ετησίως. Απαραίτητη προϋπόθεση για να επιτευχθεί αυτό είναι να ακολουθήσουν οι ελληνικές επιχειρήσεις του κλάδου το παράδειγμα πέντε ελληνικών τροφίμων που ήδη ξεχωρίζουν για την εξωστρεφή στρατηγική τους. Πρόκειται για την ελιά, το γιαούρτι, το μέλι, το ακτινίδιο και το μήλο.

Με όχημα λοιπόν τη θετική υγειονομική εικόνα της Ελλάδας, οι ελληνικές εξαγωγές τροφίμων παρουσίασαν αύξηση κατά 9% το δίμηνο Μαρτίου – Απριλίου 2020 σε σχέση με την αντίστοιχη περυσινή περίοδο, τη στιγμή μάλιστα που το σύνολο των ελληνικών εξαγωγών δέχθηκε πιέσεις, με τις εξαγωγές εκτός πετρελαίου να περιορίζονται κατά 7% κατά την ίδια περίοδο. Αυτό αναφέρει νέα μελέτη της διεύθυνσης οικονομικής ανάλυσης της Εθνικής Τράπεζας με τίτλο «Η ευκαιρία των ελληνικών τροφίμων στις διεθνείς αγορές», η οποία εστιάζει στη θετική εξαίρεση των εξαγωγών του κλάδου τροφίμων στην τρέχουσα συγκυρία της πανδημικής κρίσης.

Ενδεικτικές της ενίσχυσης του κλάδου την περίοδο της κρίσης είναι οι αυξημένες παραγγελίες ελληνικών τροφίμων από το εξωτερικό. Οπως αναφέρει η μελέτη, η Ελλάδα είναι η μόνη ευρωπαϊκή χώρα της οποίας οι παραγγελίες τροφίμων από το εξωτερικό κατά το δίμηνο της πανδημίας σημείωσαν άνοδο, με τον δείκτη παραγγελιών εξαγωγών να φθάνει τις +13 μονάδες (από +3 μονάδες τον Μάρτιο, σε κλίμακα -100, +100). Το θετικό επίπεδο του δείκτη αποτυπώνει το γεγονός ότι η πλειονότητα των Ελλήνων εξαγωγέων τροφίμων δηλώνει ότι οι παραγγελίες από το εξωτερικό παραμένουν ισχυρές για τους επόμενους μήνες. Εξετάζοντας περιπτώσεις ελληνικών τροφίμων που έχουν καταφέρει να κερδίσουν σημαντικά εξαγωγικά μερίδια κατά την τελευταία δεκαετία, όπως είναι η ελιά, το γιαούρτι, το μέλι, το ακτινίδιο και το μήλο, η μελέτη της Εθνικής Τράπεζας διαπιστώνει ότι τα στοιχεία-κλειδιά που φαίνεται να έκαναν τη διαφορά και συνεπώς μπορούν να αποτελέσουν «μάθημα» και για άλλα ελληνικά τρόφιμα είναι: η εστίαση στις ανεπτυγμένες αγορές, η προώθηση των ελληνικών τροφίμων σε branded μορφή (δηλαδή όχι χύμα) καθώς και η εξασφάλιση μεγαλύτερου μεριδίου για την προώθησή τους σε υψηλής αξίας αγορά (premium market) έναντι του mass market (ευρείας). Ενδεικτικά, για την περίπτωση της ελιάς, η μελέτη επισημαίνει ότι το συγκεκριμένο προϊόν διατηρεί σημαντικό μερίδιο στη διεθνή αγορά (17% σε όγκο) αλλά και υψηλή τιμή (2,6/kg έναντι μέσης τιμής 1,73/kg) κρατώντας τα ηνία στην premium αγορά. Επίσης, οι εξαγωγές ελιάς την τελευταία δεκαετία εκτοξεύθηκαν στα 452 εκατ. ευρώ το 2019, από 190 εκατ. ευρώ το 2009, με σχεδόν το 80% να κατευθύνεται σε ανεπτυγμένες χώρες. Η κυρίαρχη θέση της οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην ποιοτική υπεροχή της, με τη μελέτη ωστόσο να αναφέρει ότι υπάρχει μεγαλύτερο περιθώριο ανόδου, καθώς σχεδόν τα 2/3 πωλούνται χύμα.

Με αυτά τα δεδομένα, ο κλάδος των τροφίμων θα μπορούσε να διεκδικήσει ακόμη μεγαλύτερο μερίδιο στις διεθνείς αγορές βάσει των παραγωγικών δυνατοτήτων της χώρας.

Πηγή: patrastimes.gr