Άσκηση επί χάρτου» θεωρείται από παράγοντες της αγοράς οποιαδήποτε συζήτηση για αύξηση του κατώτατου μισθού εξαιτίας των δυσμενών οικονομικών μεγεθών που απορρέουν από την κρίση της πανδημίας.

«Ακόμα και αν η τουριστική σεζόν ολοκληρωθεί με θετικό πρόσημο για την οικονομία» – σημειώνουν οι ίδιοι παράγοντες- «το ΑΕΠ της χώρας θα αργήσει να ανακάμψει προκειμένου να ανοίξει το παράθυρο για μισθολογικές αυξήσεις»,

Επικρατέστερο το «πάγωμα» – Δεν αποκλείεται η οριακή αύξηση
Αν και είναι πρόωρο να εξαχθούν συμπεράσματα, καθώς η 4μηνη διαδικασία βρίσκεται σε εξέλιξη, το επικρατέστερο σενάριο είναι ότι ο κατώτατος μισθός των 650 ευρώ θα παραμείνει παγωμένος έως το τέλος του 2021 και τις αρχές του 2022, όταν θα εκκινήσει εκ νέου η ετήσια διαδικασία αναπροσαρμογής του.

Υπάρχουν ωστόσο φωνές από τους κοινωνικούς εταίρους και ειδικότερα από την πλευρά των εργοδοτικών οργανώσεων, που δεν αποκλείεται να προτείνουν μια οριακή αύξηση 1% έως 2%, για ψυχολογικούς κυρίως λόγους ανάταξης της αγοράς.

Σύμφωνα με τη διαδικασία που ξεκίνησε στα τέλη Μαρτίου, προσκλήθηκαν εγγράφως από την Τριμελή Επιτροπή εξειδικευμένοι επιστημονικοί και λοιποί φορείς, μεταξύ των οποίων η Τράπεζα της Ελλάδος, η Εθνική Στατιστική Υπηρεσία, ο Οργανισμός Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (ΟΑΕΔ), το Κέντρο Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών (ΚΕΠΕ), ο Οργανισμός Μεσολάβησης και Διαιτησίας (ΟΜΕΔ) και τα Ινστιτούτα των Κοινωνικών Εταίρων προκειμένου να συντάξουν τις εκθέσεις τους.

Στις εκθέσεις θα αξιολογείται ο ισχύων κατώτατος μισθός και το ημερομίσθιο ενώ θα ακολουθούν εκτιμήσεις για την προσαρμογή τους στις επίκαιρες οικονομικές συνθήκες.

Τα δεδομένα της οικονομίας δείχνουν μείωση
Τις τελευταίες ημέρες τα Ινστιτούτα των κοινωνικών εταίρων άρχισαν σταδιακά να παραδίδουν τις εκθέσεις τους για τον κατώτατο μισθό, όπως ορίζει η διαδικασία η οποία θα ολοκληρωθεί στα μέσα Ιουλίου με την εισήγηση του υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, Κωστή Χατζηδάκη στο υπουργικό συμβούλιο για το νέο ύψος του κατώτατου μισθού.

Για την παράδοση όλων των μελετών έχει δοθεί σιωπηρή παράταση αφού τα στοιχεία που είχαν ζητηθεί από το σύστημα ΕΡΓΑΝΗ για την απασχόληση, εστάλησαν με καθυστέρηση λόγω των αργιών του Πάσχα.

Όπως τονίζουν οικονομολόγοι που εμπλέκονται με τις σχετικές μελέτες, με βάση την ύφεση, το ΑΕΠ και τον πληθωρισμό, ο μισθός θα έπρεπε να μειωθεί κατά 4%-5%, ενδεχόμενο βέβαια που αποκλείει η κυβέρνηση.

Μέρος των εργοδοτικών φορέων είναι πιθανόν να προτείνει αύξηση του μισθού 1% – 2% για την ανάταση της ψυχολογίας της αγοράς, συνοδευόμενη από περαιτέρω μείωση των ασφαλιστικών εισφορών. Από την άλλη πλευρά η ΓΣΕΕ θα ταχθεί υπέρ της εφαρμογής της οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για επαρκείς κατώτατους μισθούς πάνω από το όριο της φτώχειας.

Πάντως όλοι οι φορείς συμφωνούν ότι καλώς αποφασίστηκε η εκκίνηση της διαβούλευσης μετά από τρεις αναβολές προκειμένου να δοθεί το σήμα της σταδιακής επιστροφής στην κανονικότητα.

Οι 3 λόγοι που οδήγησαν στην επανεκκίνηση της διαδικασίας
Για να γύρει η ζυγαριά προς την τελική απόφαση της κυβέρνησης, συνυπολογίστηκαν τρία δεδομένα:
Δε θα μπορεί να αναβάλλεται επ΄ αόριστον η διαδικασία και να μην εφαρμόζεται ο νόμος
Οι επιστημονικοί φορείς θα παρουσιάσουν τις μελέτες τους αποτυπώνοντας επικαιροποιημένα στοιχεία για την πορεία της οικονομίας και της απασχόλησης. Οι μελέτες θα λάβουν υπόψη τι έχει μεσολαβήσει τα τελευταία δυο χρόνια θέτοντας έτσι μια νέα βάση για τη σύγκριση των οικονομικών μεγεθών καθώς και για μελλοντικές εκτιμήσεις.
Η διαδικασία θα ολοκληρωθεί ούτως ή άλλως στα μέσα Ιουλίου, οπότε και θα έχει προχωρήσει μέχρι τότε σε σημαντικό βαθμό η αποσωλήνωση της οικονομίας από τον κρατικό αναπνευστήρα.
Επιπλέον ο υπουργός Εργασίας Κωστής Χατζηδάκης καθόρισε νέο χρονοδιάγραμμα για τη διαδικασία. Ο διάλογος θα ξεκινά πλέον κάθε άνοιξη και θα ολοκληρώνεται κάθε καλοκαίρι. Επομένως η πρώτη σχετική απόφαση θα ληφθεί το καλοκαίρι του 2021 και η επόμενη το καλοκαίρι του 2022, οπότε θα έχουν δημιουργηθεί στη μετά Covid – 19 εποχή ευνοϊκότερες προϋποθέσεις σε σχέση με τον κατώτατο μισθό.

Ο ρόλος – κλειδί της μείωσης των εισφορών στην αύξηση του μισθού
Το ύψος του κατώτατου μισθού και ημερομισθίου, σύμφωνα με τον νόμο, πρέπει να καθορίζεται «λαμβάνοντας υπόψη την κατάσταση της ελληνικής οικονομίας και τις προοπτικές της για ανάπτυξη από την άποψη της παραγωγικότητας, των τιμών, και της ανταγωνιστικότητας, της απασχόλησης, του ποσοστού της ανεργίας, των εισοδημάτων και μισθών».

Είναι προφανές ότι με τη τρέχουσα δυσμενή οικονομική κατάσταση, η εξίσωση δεν είναι εύκολη. Το 2020 έχει κλείσει με ύφεση 8,2% και το πρώτο τρίμηνο του 2021 κινδυνεύει να κλείσει με διψήφιο ποσοστό ύφεσης. Παράλληλα οικονομολόγοι εκτιμούν πως αν αποσυνδεόταν τώρα η αγορά από τον κρατικό αναπνευστήρα, η ανεργία θα σκαρφάλωνε από το 16% στο 25%.

Παράγοντες της αγοράς προεξοφλούν ότι μπροστά σε τέτοια δυσοίωνα μεγέθη δε μπορεί κανείς να φανταστεί ότι η κυβέρνηση θα εισηγηθεί την αύξηση του κατώτατου μισθού. Ωστόσο δε μπορεί να εισηγηθεί και μείωση τόσο για πολιτικούς όσο και για ψυχολογικούς λόγους. Οπότε εκτιμούν ότι η διαδικασία θα έχει συμβολικό χαρακτήρα προκειμένου να βγει η οικονομική ζωή από την κατάψυξη στην οποία βρίσκεται εδώ και 15 μήνες.

Θεωρούν ωστόσο ότι η αύξηση του καθαρού μισθού που είναι το ζητούμενο για κάθε εργαζόμενο μπορεί να προέλθει και μέσω της περαιτέρω μείωσης των ασφαλιστικών εισφορών, προοπτική που βρίσκεται στο τραπέζι του οικονομικού επιτελείου την επόμενη διετία και έως το 2023.

Παράλληλα, όπως έχει τονίσει ο κ. Χατζηδάκης, σ΄αυτή τη χρονική συγκυρία πρέπει να δοθεί έμφαση στην αύξηση των αναβαθμισμένων θέσεων εργασίας με καλές αμοιβές πάνω από τον κατώτατο μισθό. Για να συμβεί αυτό απαιτούνται επενδύσεις σε νέες τεχνολογίες, στροφή σε δραστηριότητες υψηλής προστιθέμενης αξίας και ανάπτυξη σύγχρονων δεξιοτήτων.

Η πρόταση για πανευρωπαϊκό κατώτατο μισθό
Την ίδια ώρα για πρώτη φορά η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θέτει ως προτεραιότητα τον κατώτατο μισθό σε περιβάλλον Covid – 19 επισημαίνοντας την ανάγκη να θεσπιστεί ένας κατώτατος μισθός που να εξασφαλίζει αξιοπρεπή διαβίωση. Για το λόγο εξετάζει την πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για επαρκείς κατώτατους μισθούς πάνω από το όριο της φτώχειας. Η οδηγία δεν αποσκοπεί στην εναρμόνιση του επιπέδου των κατώτατων μισθών στην ΕΕ αλλά στη διαμόρφωση ενός πλαισίου το οποίο να διασφαλίζει την πρόσβαση των εργαζόμενων σε αξιοπρεπείς μισθούς.

Η Ελλάδα, βρίσκεται στη δεύτερη ταχύτητα των χωρών της ΕΕ όσον αφορά στο ύψος του κατώτατου μισθού. Σε αυτή την κατηγορία, η χώρα μας κατατάσσεται τελευταία, με 758 ευρώ (υπολογίζονται 14 μισθοί) και ακολουθούν Πορτογαλία (776 ευρώ), Μάλτα (785 ευρώ), Σλοβενία (1.024 ευρώ) και Ισπανία (1.108 ευρώ). Σύμφωνα με τα πρόσφατα στοιχεία της Eurostat στην κορυφή της λίστας βρίσκεται το Λουξεμβούργο με κατώτατο μισθό 2.202 ευρώ και στην τελευταία θέση η Βουλγαρία με κατώτατο μισθό 332 ευρώ.

Πηγή: patrastimes.gr