Το «κλειδί» για την έγκαιρη διάγνωση της νόσου Αλτσχάιμερ ενδέχεται να κρύβεται στη μέτρηση της πρωτεΐνης γνωστής ως p-tau217, η οποία εντοπίζεται σε υψηλά επίπεδα στους πάσχοντες από άνοια. Οι ερευνητές διαπίστωσαν πως η μέτρηση της p-tau217 μπορεί να προβλέψει τη νόσο με ακριβεία 96% έως και 20 χρόνια πριν την εκδήλωση συμπτωμάτων.

Πρόκεται για ευρήματα εντυπωσιακά και πολλά υποσχόμενα που θα αποτελέσουν τη βάση περαιτέρω έρευνας με την ελπίδα ότι θα οδηγήσουν σε μία εξέταση αίματος που θα «προειδοποιεί» για τη νόσο -η ιδέα μίας ανάλογης εξέτασης αίματος δεν είναι καινούρια, όμως αυτές οι δύο νέες μελέτες προσφέρουν τις σαφέστερες μέχρι στιγμής ενδείξεις ότι η πρωτεΐνη p-tau217 μπορεί να «αξιοποιηθεί» για την έγκαιρη διάγνωση, όπως αναφέρει σχετικά το BBC.

Επιστημονική ομάδα της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Ουάσινγκτον διαπίστωσε συγκεκριμένα ότι η μέτρηση της p-tau217 στο αίμα έδωσε εξίσου καλή εικόνα της κατάστασης του ασθενούς με τομογραφία εκπομπής ποζιτρονίων (pet scan) εγκεφάλου. Η ίδια ομάδα είχε ήδη διαπιστώσει ότι η p-tau217 μπορούσε να ανιχνευτεί στον εγκέφαλο και το εγκεφαλονωτιαίο υγρό πασχόντων από τη νόσο Αλτσχάιμερ πριν εμφανίσουν συμπτώματα, και τώρα μπόρεσε να παρατηρήσει αυξημένα επίπεδα της πρωτεΐνης ακόμη και σε 4 κυβικά χιλιοστά αίματος.

Έτερη μελέτη στο Πανεπιστήμιο του Λουντ στη Σουηδία κατέδειξε ότι τα επίπεδα της p-tau217 ήταν περίπου επταπλάσια σε πάσχοντες από τη νόσο Αλτσχάιμερ, με τους ερευνητές να εκτιμούν πως αυτό μπορεί να εντοπιστεί ακόμη και 20 χρόνια πριν εκδηλώσουν συμπτώματα. Παράλληλα ανακάλυψαν πως η μέτρηση της συγκεκριμένης πρωτεΐνης τους επέτρεψε να διαχωρίσουν τους πάσχοντες από τη νόσο Αλτσχάιμερ από ανθρώπους που έχουν προσβληθεί από άλλες νευροεκφυλιστικές παθήσεις εγκεφάλου.

Η νόσος Αλτσχάιμερ αποτελεί την κύρια μορφή άνοιας που πλήττει 47 εκατομμύρια ανθρώπους παγκοσμίως χωρίς να έχουν βρεθεί έως σήμερα αποτελεσματικά θεραπευτικά σχήματα για την αντιμετώπισή της. Η διάγνωση βασίζεται σε έναν συνδυασμό τεστ νοητικής κατάστασης και εγκεφαλογραφήματος αφότου όμως έχουν ήδη κάνει την εμφάνισή τους τα συμπτώματα, συνεπώς η πρώιμη διάγνωση είναι καίριας σημασίας καθώς μπορεί να προσφέρει περισσότερες θεραπευτικές δυνατότητες.

Σχολιάζοντας τα ευρήματα, η Δρ Rosa Sancho, επικεφαλής έρευνας στο Alzheimer’s Research UK, εξήγησε ότι προγενέστερες κλινικές μελέτες φαρμάκων έχουν αποτύχει καθώς οι πάσχοντες που δήλωσαν συμμετοχή είχαν αρκετά προχωρημένο στάδιο της νευρολογικής νόσου, και έως τότε «ήταν αργά».

«Υπήρχε ήδη μεγάλη συσσώρευση βλαπτικών πρωτεϊνών στον εγκέφαλό τους» επισήμανε η ίδια για να τονίσει πως προκειμένου να μπορέσει να καθοριστεί εάν κάποια φάρμακο μπορεί να λειτουργήσει ενάντια στη νόσο πρέπει να μπορούν να «ταυτοποιηθούν» οι πάσχοντες προτού έχει υποστεί σημαντική βλάβη η συναπτική πλαστικότητα του εγκεφάλου, ιδιότητα του νευρικού συστήματος που αποτελεί την πηγή της μνήμης και της μάθησης -γνωστικές λειτουργίες που φθίνουν στους πάσχοντες από άνοια.

Η ίδια αποσαφηνίζει πως δεν είναι μεν πιθανό να καταστεί σύντομα διαθέσιμη μία εξέταση αίματος που να αναγνωρίζει έγκαιρα τη νόσο Αλτσχάιμερ, όμως το τεστ θα είναι προσβάσιμο για ερευνητικούς σκοπούς, γεγονός που σημαίνει πως άνθρωποι με οικογενειακό ιστορικό της νόσου που δεν παρουσιάζουν συμπτώματα θα μπορούσαν να ενταχθούν σε κλινικές δοκιμές. Και κατ’ επέκταση ανοίγει έτσι ο δρόμος για να ωφεληθούν οι ίδιοι και όλοι οι άνθρωποι από πιθανές θεραπείες στο μέλλον.
ygeiamou.gr

Πηγή: patrastimes.gr