Ιταλοί επιστήμονες πλειοδοτούν με την έρευνά τους στην επιστημονική βιβλιογραφία που σχετίζει τα επίπεδα τεστοστερόνης στους άρρενες ασθενείς με τη σοβαρότητα της νόσου COVID-19. Τα ευρήματα που προέρχονται από το Μιλάνο και το πρώτο επιδημικό κύμα του νέου κορωνοϊού στην Ιταλία το 20210, παρουσιάζονται στο ψηφιακό συνέδριο της Ευρωπαϊκής Ουρολογικής Εταιρείας για το 2021.

Μελετώντας τα επίπεδα τεστοστερόνης και άλλων ανδρογόνων (ορμονών) σε 286 άνδρες ασθενείς με COVID-19 και 305 υγιείς εθελοντές που αποτέλεσαν την ομάδα ελέγχου, οι ερευνητές από το Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο San Raffaele διαπίστωσαν ότι τα χαμηλά επίπεδα τεστοστερόνης συνδέθηκαν με περισσότερες πιθανότητες εισαγωγής σε Μονάδα Εντατικής Θεραπείας (ΜΕΘ), διασωλήνωσης και μεγαλύτερης διάρκειας νοσηλείας, καθώς και εξαπλάσιο κίνδυνο θανάτου.

Η τεστοστερόνη μετράται σε νανογραμμομόρια ανά λίτρο (nmol/l), με κατώτατο όριο τα 9,2 nmol/l ή χαμηλότερα, οπότε πρόκειται για μια κατάσταση που ονομάζεται υπογοναδισμός.

Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η τεστοστερόνη στο 90% των ασθενών βρισκόταν χαμηλότερα από το κατώτατο όριο, ποσοστό που έφτανε μόλις το 17% για τους υγιείς, με την τιμή μάλιστα να προσεγγίζει κατά μέσο όρο τα 2,5 nmol/l.

Ασθενείς με ήπια συμπτώματα που εισήχθησαν σε απλές κλίνες COVID είχαν επίπεδα τεστοστερόνης μεταξύ 3-4 nmol/l ενώ οι νοσηλευόμενοι στις ΜΕΘ μόλις 0.7-1.0 nmol/l. Οι διαφορές στην κλινική εικόνα σε συνάφεια με το ορμονικό προφίλ παρέμειναν ακόμη και όταν συνυπολογίστηκαν παράγοντες όπως η ηλικία, προϋπάρχοντα νοσήματα και ο Δείκτης Μάζας Σώματος (ΔΜΣ).

Η έρευνα ωστόσο αφήνει αναπάντητο ένα βασικό ερώτημα, αν δηλαδή η COVID-19 προκάλεσε τη ραγδαία μείωση της τεστοστερόνης ή αν προϋπήρχε της νόσου, καθώς δεν υπήρχαν διαθέσιμα στοιχεία περί το ορμονικό προφίλ των ασθενών πριν την εισαγωγή τους στο νοσοκομείο. Η ομάδα με επικεφαλής τον καθηγητή Ουρολογίας και Ενδοκρινολογίας, Andrea Salonia, θα συνεχίζει να παρακολουθεί τους ασθενείς μετά την ανάρρωσή τους για να διαπιστώσει πώς μεταβάλλονται και διαμορφώνονται τα επίπεδα τεστοστερόνης σε βάθος χρόνου.

Εντούτοις, άλλες μελέτες έχουν δείξει ότι κάποιοι υποδοχείς που χρησιμοποιεί ο ιός για να εισέλθει στον οργανισμό, όπως το ένζυμο TMPRSS2, συνδέονται με τα ανδρογόνα και επιπλέον ότι ο ιός μειώνει τον αριθμό των κυττάρων Λέυντιγκ που εμπλέκονται στην παραγωγή τεστοστερόνης.

Πηγή: patrastimes.gr