Εν αναμονή της επίδρασης των μέτρων που ελήφθησαν την εβδομάδα που πέρασε, από τη μία, για την αναχαίτιση της διέλευσης εκατοντάδων θετικών περιστατικών από τον Προμαχώνα και, από την άλλη, για να μπει «φρένο» στην εσωτερική διασπορά του κορονοϊού μέσω εντατικών και αυστηρών ελέγχων, είναι ειδικοί και κυβέρνηση.

Το τέλος Ιουλίου θεωρείται «σταθμός» για να κριθεί εάν η επιδημιολογική πορεία σταθεροποιείται, με τα μέλη της Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων του υπουργείου Υγείας, πάντως, να εμφανίζονται καθησυχαστικά, υπό την αίρεση ότι υπάρχουν επαγρύπνηση και αυστηρή τήρηση των μέτρων προστασίας.

Η εικόνα της επιδημίας στην Ελλάδα, για την ώρα τουλάχιστον, διαφοροποιείται σε σχέση με εκείνη του διμήνου Μαρτίου – Απριλίου. Τότε, υπήρχαν αρκετές ημέρες με ημερήσιες καταγραφές κρουσμάτων που άγγιζαν τα 100, ενώ με γεωμετρική πρόοδο αυξάνονταν οι νοσηλείες στα νοσοκομεία και οι εισαγωγές στις Μονάδες Εντατικής Θεραπείας. Πλέον, ναι μεν δηλώνεται σημαντικός αριθμός κρουσμάτων καθημερινά στον ΕΟΔΥ, αλλά τόσο οι διασωληνώσεις όσο και η θνησιμότητα κυμαίνονται σε ελεγχόμενα επίπεδα.
«Τα περισσότερα είναι εισαγόμενα κρούσματα και όσοι νοσούν είναι ασυμπτωματικοί και αυτό είναι σημαντικό», εξηγεί στον Ελεύθερο Τύπο της Κυριακής η καθηγήτρια Εντατικής Θεραπείας και επικεφαλής της επιτροπής του υπουργείου Υγείας για την αναδιάταξη των ΜΕΘ, Αναστασία Κοτανίδου.

Σύμφωνα με την ίδια, η πολύ μειωμένη επίπτωση του ιού σε διασωληνώσεις και θανάτους τον τελευταίο καιρό οφείλεται στο γεγονός ότι κολλάνε περισσότερο νέοι σε ηλικία άνθρωποι, καθώς είναι αυτοί που είναι και οι πιο… απρόσεκτοι.

Είναι χαρακτηριστικό ότι περίπου στα μέσα του περασμένου μήνα, στις 13 Ιουνίου, η διάμεση ηλικία όσων ασθενών νοσηλεύονταν διασωληνωμένοι στα νοσοκομεία αναφοράς ήταν τα 75 έτη, ενώ πλέον η διάμεση ηλικία των διασωληνωμένων κυμαίνεται στα 59 με 60 έτη. Επίσης, έχει μειωθεί κατά πολύ η θνησιμότητα. Την περασμένη Παρασκευή μία γυναίκα έχασε τη μάχη για τη ζωή της εξαιτίας του ιού, έπειτα από δέκα ημέρες που δεν είχε καταγραφεί κανένας νέος θάνατος στη χώρα μας. Σύμφωνα με την τελευταία έκθεση του Παρατηρητηρίου για την Covid-19, το διάστημα 8-15 Ιουλίου ο μέσος όρος του αριθμού των θανάτων μειώθηκε στο 0,4.

Σημαντικό ρόλο στη μικρή επίπτωση της κυκλοφορίας του ιού σε διασωληνώσεις και θανάτους διαδραματίζει και το γεγονός ότι οι γιατροί έχουν πλέον εξοικείωση με τη νόσο και με τη διαχείριση των βαρέως πασχόντων. Βέβαια, σύμφωνα με την κ. Κοτανίδου, και στην αρχή της επιδημίας το ιατρικό προσωπικό κατάφερνε να σώσει πολλές ζωές.

Οπως και να έχει, πάντως, από τις αρχές Ιουλίου παρατηρείται αύξηση τόσο στις νοσηλείες όσο και στις διασωληνώσεις, παρότι μικρή στη δεύτερη περίπτωση. Οι νοσηλευόμενοι ασθενείς στα δημόσια νοσοκομεία αναφοράς διπλασιάστηκαν τις πρώτες 15 ημέρες του τρέχοντος μήνα σε σχέση με τα τέλη Ιουνίου. «Είναι ένα πρώτο καμπανάκι», λέει στον «Ε.Τ.» της Κυριακής η κ. Κοτανίδου, κάνοντας, βέβαια, την εκτίμηση ότι η κατάσταση δεν έχει ξεφύγει. Χρειάζεται, ωστόσο, πολλή προσοχή, ώστε να αποφευχθεί νέο μεγάλο επιδημικό κύμα. «Γι’ αυτό τονίζουμε τη σημασία της χρήσης της μάσκας στους κλειστούς χώρους. Πρέπει να είναι καθολική και να τηρείται πιστά», προσθέτει η επικεφαλής των ΜΕΘ.

Είναι δεδομένο ότι ο Ιούλιος έχει «ξυπνήσει» την ανησυχία για την Covid-19. Απολύτως λογικό και αναμενόμενο, κατά τους επιστήμονες, καθώς ήταν ο μήνας της επανεκκίνησης του τουρισμού. Τα εισαγόμενα, μάλιστα, κρούσματα δεν αποτελούν «έκπληξη» και ούτε έχουν τόσο μεγάλη βαρύτητα για τους ειδικούς, εάν φυσικά κινούνται σε λελογισμένα επίπεδα. Και αυτό γιατί είναι γνωστά, μπορούν να απομονωθούν και να ιχνηλατηθούν εύκολα. Αναμενόμενη ήταν και η χαμηλή κυκλοφορία του ιού από τις αρχές Μαΐου έως και τα μέσα Ιουνίου, καθώς ήταν η περίοδος αμέσως μετά το lockdown.

Ενας καθοριστικός παράγοντας, που εξηγεί σε έναν βαθμό και τις πολλές καταγραφές κρουσμάτων, τον οποίο επισημαίνουν οι ειδικοί, είναι ότι το τέστινγκ αυτήν την περίοδο είναι εκτεταμένο. Την περίοδο πριν αλλά και κατά τη διάρκεια της καραντίνας γίνονταν τεστ μόνο σε όσους είχαν συμπτώματα. Γι’ αυτό και δεν υπήρχε η πραγματική εικόνα του αριθμού των κρουσμάτων. «Υπολογίζαμε ότι τον Μάρτιο τα περιστατικά στην Ελλάδα ήταν περίπου 10.000», επισημαίνει ο επίκουρος καθηγητής Επιδημιολογίας, Γκίκας Μαγιορκίνης. Σήμερα, λόγω του μεγάλου αριθμού των τεστ που γίνονται, διαγιγνώσκονται περισσότεροι θετικοί στον ιό, πολλοί εκ των οποίων ασυμπτωματικοί.

Πηγή: patrastimes.gr