Η μετάδοση του νέου κορωνοϊού SARS-CoV-2 μέσω αερολυμάτων σε εσωτερικό χώρο φαίνεται να επηρεάζεται έντονα από τη σχετική υγρασία, συμπεραίνουν οι ερευνητές από το Ινστιτούτο TROPOS και το Εθνικό Φυσικό Εργαστήριο CSIR στο Νέο Δελχί έπειτα από ανάλυση 10 σχετικών διεθνών μελετών.

Συνιστούν, λοιπόν, τον έλεγχο και του αέρα στους εσωστερικούς χώρους ως επιπρόσθετο μέτρο, πλέον της κοινωνικής απόστασης και της χρήσης μάσκας για την προστασία από τον κορωνοϊό.

Όπως αναδείχθηκε από τα αποτελέσματα της ανάλυσης, η σχετική υγρασία της τάξης του 40-60% θα μπορούσε να μειώσει την εξάπλωση των ιών και την απορρόφησή τους μέσω του ρινικού βλεννογόνου. Στο πλαίσιο του περιορισμού της πανδημίας COVID-19, είναι, συνεπώς, άκρως σημαντική η εφαρμογή προδιαγραφών για την υγρασία σε κλειστούς χώρους με έντονο συνωστισμό, όπως στα νοσοκομεία, τα γραφεία ή τα μέσα μαζικής μεταφοράς, υποστηρίζουν οι επιστήμονες στη σχετική δημοσίευση στο Aerosol and Air Quality Research.

Τα προηγούμενα δεδομένα

Οι αρχικές εκτιμήσεις των ειδικών έκαναν λόγο για μετάδοση του ιού μέσω των ιικών σταγονιδίων που εκτοξεύονται κατά το φτέρνισμα και τον βήχα. Επειδή, όμως, τα σταγονίδια αυτά έχουν σχετικά μεγάλο μέγεθος και βάρος, πέφτουν πολύ γρήγορα στο έδαφος, καλύπτοντας μόνο μικρές αποστάσεις στον αέρα. Από αυτό προκύπτει και η σύσταση για απόσταση τουλάχιστον 1,5 μέτρου μεταξύ των ατόμων.

Η πρόσφατη, εκ νέου έξαρση της νόσου, ωστόσο, φαίνεται να οφείλεται στην ταυτόχρονη παρουσία πολλών ατόμων σε ένα χώρο. Στην περίπτωση αυτή, η ασφαλής απόσταση του 1,5 μέτρου αποδεικνύεται ανεπαρκής, όταν ασθενείς και υγιείς άνθρωποι βρίσκονται μαζί σε ένα δωμάτιο για μεγάλο χρονικό διάστημα. Για παράδειγμα, Ολλανδοί ερευνητές μπόρεσαν να αποδείξουν ότι τα μικροσκοπικά σταγονίδια που παράγονται κατά την ομιλία μπορούν να επιβιώσουν στον αέρα έως και εννέα λεπτά.

Στο πλαίσιο αυτό, 239 επιστήμονες από 32 χώρες πρότειναν στον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας να επικεντρωθεί περισσότερο στα μολυσματικά σωματίδια που επιβιώνουν για μεγάλο χρονικό διάστημα στον αέρα. Προκειμένου, λοιπόν, να περιοριστεί η εξάπλωση μέσω των αερολυμάτων, οι ερευνητές προτείνουν όχι μόνο τη χρήση μάσκας, αλλά πάνω από όλα τον καλό εσωτερικό εξαερισμό.

Ο παράγοντας της υγρασίας στην εξάπλωση του ιού

Μια ερευνητική ομάδα από την Ινδία και τη Γερμανία δείχνει τώρα μια άλλη πτυχή που μέχρι τώρα δεν είχε λάβει αρκετή προσοχή και θα μπορούσε να αποκτήσει ιδιαίτερο ενδιαφέρον στην επόμενη περίοδο της εποχικής γρίπης αλλά και του κορωνοϊού. Αυτή δεν είναι άλλη από την εσωτερική υγρασία.

Οι ερευνητές μελετούν εδώ και χρόνια τις φυσικές ιδιότητες των αερολυμάτων προκειμένου να αξιολογήσουν καλύτερα τις επιδράσεις τους στην ποιότητα του αέρα ή στα σύννεφα. «Στις έρευνες αερολυμάτων, είναι γνωστό πως η υγρασία του αέρα παίζει σημαντικό ρόλο: Όσο πιο υγρός είναι ο αέρας, τόσο περισσότερο νερό προσκολλάται στα σωματίδια με αποτέλεσμα να αναπτύσσονται ταχύτερα. Γι’ αυτό θελήσαμε να δούμε τι μελέτες έχουν πραγματοποιηθεί πάνω σε αυτό το ζήτημα», εξηγεί ο Δρ. Ajit Ahlawat από το TROPOS.

Αξιολόγησαν, λοιπόν, συνολικά τις 10 πιο σχετικές διεθνείς μελέτες μεταξύ 2007-2020, οι οποίες διερευνούσαν την επιρροή της υγρασίας στην επιβίωση, εξάπλωση και μόλυνση από τους παθογόνους μικροοργανισμούς της γρίπης και των κορωνοϊών SARS-CoV-1, MERS και SARS-CoV-2. Το αποτέλεσμα είναι ότι η υγρασία του αέρα επηρεάζει την εξάπλωση των κορωνοϊών σε εσωτερικούς χώρους με τρεις διαφορετικούς τρόπους: α) Τη συμπεριφορά των μικροοργανισμών μέσα στα ιικά σταγονίδια, β) την επιβίωση ή αδρανοποίηση του ιού στις επιφάνειες και γ) το ρόλο του ξηρού εσωτερικού αέρα στη μετάδοση των ιών μέσω αέρα.

Παρόλο που η χαμηλή υγρασία κάνει τα σταγονίδια που περιέχουν τους ιούς να ξεραίνονται πιο γρήγορα, η βιωσιμότητα των ιών φαίνεται να παραμένει υψηλή. Η επιστημονική ομάδα συμπεραίνει ότι υπάρχουν άλλες διαδικασίες που είναι πιο σημαντικές για τη λοίμωξη: «Αν η σχετική υγρασία του αέρα σε έναν κλεστό χώρο είναι κάτω του 40%, τα σωματίδια που εκπέμπονται από τους ασθενείς απορροφούν λιγότερο νερό, παραμένουν ψηλότερα, μεταφέρονται περαιτέρω μέσα στο χώρο και είναι πιθανότερο να τα εισπνεύσουν υγιή άτομα. Επιπλέον, ο ξηρός αέρας καθιστά τους ρινικούς βλεννογόνους ξηρούς και πιο διαπερατούς από τους ιούς», εξηγεί ο Δρ. Ahlawat.

Καταληκτικά, οι επιστήμονες υποστηρίζουν ότι επίπεδα υγρασίας τουλάχιστον στο 40% στα δημόσια κτίρια και τα μέσα μαζικής μεταφοράς θα μπορούσαν να μειώσουν τις επιδράσεις όχι μόνο της COVID-19, αλλά και άλλων ιογενών λοιμώξεων, όπως η εποχική γρίπη. Γι’ αυτό και οι Αρχές ανά τον κόσμο θα πρέπει να περιλάβουν τον παράγοντα της υγρασίας στις μελλοντικές οδηγίες για προστασία στους εσωτερικούς χώρους.
ygeiamou.gr

Πηγή: patrastimes.gr