«Κομμένες και ραμμένες στα μέτρα» τραπεζών και funds είναι οι διατάξεις του νέου Πτωχευτικού Κώδικα που έχει καταρτίσει η κυβέρνηση και θα τον φέρει σύντομα στη Βουλή προς ψήφιση. Διευκολύνουν τις πτωχεύσεις, τις κατασχέσεις και τις εκποιήσεις περιουσιακών στοιχείων, παραδίδοντας ουσιαστικά τους οικονομικά αδύναμους οφειλέτες «δεμένους χειροπόδαρα» στους πιστωτές τους. Παράλληλα καταργούνται όλες οι προηγούμενες προστατευτικές διατάξεις για την πρώτη κατοικία.

Νομικοί εκφράζουν φόβους ότι ο Κώδικας Διευθέτησης Οφειλών και Δεύτερης Ευκαιρίας διαμορφώνει ένα πλαίσιο που δημιουργεί σοβαρή ανισορροπία εις βάρος των οφειλετών, νοικοκυριών και επιχειρήσεων, ανοίγοντας το δρόμο για μαζική μεταφορά περιουσιακών στοιχείων στους πιστωτές, με βαριές οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες.

Με το νομοσχέδιο που δόθηκε σε διαβούλευση, αλλά είναι πιθανό να τροποποιηθεί εκ νέου πριν κατατεθεί στη Βουλή με βάση τις υποδείξεις των τραπεζών, αφού βρίσκεται σε εξέλιξη σχετική διαπραγμάτευση με την κυβέρνηση, διευκολύνονται και επιταχύνονται οι πτωχεύσεις και ρευστοποιήσεις περιουσιακών στοιχείων, με τους πιστωτές, δηλαδή κυρίως τις τράπεζες, να έχουν τον πρώτο λόγο, ενώ ως βασικός κανόνας, χωρίς καμία εξαίρεση, ότι δεν θα χειροτερεύσει η θέση των πιστωτών.

Παράλληλα, καταργείται κάθε προστατευτικό πλαίσιο για υπερχρεωμένα νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Καταργούνται διατάξεις που ίσχυαν με τροποποιήσεις από την εποχή του νόμου Κατσέλη (νόμοι 4605/2019, 4469/2017 και 3869/2010), για προστασία της πρώτης κατοικίας.

Και η α’ κατοικία θα εντάσσεται στην πτωχευτική περιουσία και θα ρευστοποιείται. Ο δανειολήπτης, εφόσον ανήκει στην κατηγορία των οικονομικά ευάλωτων, θα πληρώνει ενοίκιο σε ιδιωτικό φορέα για να αποφεύγει την έξωση και θα έχει ελάχιστες δυνατότητες να ανακτήσει την κατοικία του, αφού θα πρέπει να πληρώνει, ύστερα από δώδεκα χρόνια, τη συνολική συνολική εμπορική αξία που θα έχει τότε.

Οι οκτώ διατάξεις που αλλάζουν το σκηνικό
Ειδικότερα, όπως επισημαίνουν νομικοί που μελέτησαν το δημοσιευμένο προς διαβούλευση σχέδιο νέου Κώδικα, με οκτώ βασικές διατάξεις δημιουργείται ένα ασφυκτικό πλαίσιο για τους δανειολήπτες, φυσικά πρόσωπα και επιχειρήσεις:

Επεκτείνεται η δυνατότητα πτώχευσης σε «όλα τα φυσικά πρόσωπα», καθώς και σε «όλα τα νομικά πρόσωπα που επιδιώκουν οικονομικό σκοπό». Στη διαδικασία της πτώχευσης, που μπορεί να κινηθεί και από τους πιστωτές, όλα τα περιουσιακά στοιχεία των δανειοληπτών θα γίνονται μέρος της πτωχευτικής περιουσίας που θα ρευστοποιείται με στόχο την ικανοποίησή τους.
Εισάγεται το τεκμήριο παύσης πληρωμών, με αρκετά στενή έννοια. Ειδικότερα, σε παύση πληρωμών θεωρείται ότι βρίσκεται ένας οφειλέτης όταν «δεν καταβάλλει ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του προς το Δημόσιο, τους φορείς κοινωνικής ασφάλισης ή πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα, σε ύψος τουλάχιστον 40% των συνολικών του ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων του προς τον αντίστοιχο φορέα για περίοδο τουλάχιστον έξι (6) μηνών, εφόσον η μη εξυπηρετούμενη υποχρέωσή του υπερβαίνει το ποσό των 30.000». Αυτό το κριτήριο είναι αρκετά «χαλαρό» και ανοίγει το δρόμο για μαζική κήρυξη πτωχεύσεων.
Στην πτωχευτική περιουσία εντάσσεται και η κύρια κατοικία των φυσικών προσώπων – νοικοκυριών. Μέρος της πτωχευτικής περιουσίας αποτελεί και το τίμημα της πώλησης της κύριας κατοικίας του οφειλέτη, που αποδίδεται απευθείας στους δανειστές του, στο πλαίσιο του σχήματος «πώληση και επαναμίσθωση». Παύει η προστασία οποιουδήποτε πλαισίου και μάλιστα με αναδρομική ανατροπή προστασίας, ακόμα και εκεί που υπάρχει δικαστική απόφαση και τηρείται κανονικά.
Στην πτωχευτική περιουσία ανήκει το μέρος του ετήσιου εισοδήματος του πτωχού που αποκτά μετά την κήρυξη της πτώχευσης στο βαθμό που υπερβαίνει τις εύλογες δαπάνες διαβίωσής του. Αυτό σημαίνει ότι ο οφειλέτης, μετά την πτώχευσή του, χάνει κάθε δυνατότητα διαχείρισης της περιουσίας που αποκτά μετά την πτώχευση (μεταπτωχευτική περιουσία), στερούμενος στην πράξη και κάθε δυνατότητα «δεύτερης ευκαιρίας».
Δίνεται η δυνατότητα να υποβάλλεται μαζί με την αίτηση πτώχευσης της επιχείρησης και αίτημα εκποίησης, στο σύνολο του ενεργητικού της ή κατά κλάδους, της περιουσίας από εκείνους του πιστωτές που εκπροσωπούν μόνο το 30% του συνόλου των απαιτήσεων σε βάρος του οφειλέτη.
Στη διαδικασία διάσωσης – εξυγίανσης επιχειρήσεων τίθεται ως βασικός κανόνας ότι δεν θα χειροτερεύσει η θέση των πιστωτών, ενώ όταν μια επιχείρηση εντάσσεται σε προπτωχευτικό καθεστώς εξυγίανσης είναι δυνατόν να υπάρξει επικύρωση συμφωνίας εξυγίανσης, η οποία έχει συναφθεί μόνον από πιστωτές και χωρίς τη σύμπραξη του οφειλέτη, εφόσον ο οφειλέτης βρίσκεται, κατά τον χρόνο σύναψης της συμφωνίας, σε παύση πληρωμών.
Σε πολυμερείς συμφωνίες αναδιάρθρωσης, το Δημόσιο και τα Ασφαλιστικά Ταμεία γίνονται παρακολούθημα των τραπεζών αφού η συμφωνία γίνεται αναγκαστικά αποδεκτή εάν οι απαιτήσεις -του Δημοσίου και των Ασφαλιστικών Ταμείων- δεν υπερβαίνουν το 1,5 εκ. ευρώ και εκπροσωπούν συνολικά ποσό απαιτήσεων μικρότερο από το σύνολο των απαιτήσεων των χρηματοδοτικών φορέων. Με τον τρόπο αυτό αφαιρείται οποιαδήποτε δυνατότητα αξιολόγησης ή αμφισβήτησης ακόμη και της έκθεσης του εμπειρογνώμονα από τους εκπροσώπους του Δημοσίου και καθιερώνεται η ποινική ασυλία για δημοσίους υπαλλήλους που υπογράφουν τέτοιες συμφωνίες.
Όσον αφορά τα εργασιακά, προβλέπεται ότι με την κήρυξη της πτώχευσης επέρχεται αυτοδίκαιη και αζήμια λύση όλων των εκκρεμών και διαρκών συμβάσεων του οφειλέτη, μεταξύ αυτών και των συμβάσεων εργασίας, ενώ δεν απαιτείται η καταβολή αποζημίωσης στους εργαζόμενους. Οι προβλέψεις αυτές αντιστρέφουν πλήρως το ισχύον σήμερα θεσμικό πλαίσιο περί πτώχευσης (ν. 3588/2007), αφού εκεί κανόνας ήταν η συνέχιση των συμβάσεων και εξαίρεση η καταγγελία τους, ενώ προβλέπονταν και αποζημίωση για τις συμβάσεις αόριστου χρόνου.

Πηγή: patrastimes.gr