Παρά το γεγονός ότι έζησε και έδρασε σχετικά πρόσφατα, στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα, το έκανε σε μια χώρα που περνά μάλλον αδιάφορη στην αναπτυγμένη Δύση.

Άνω Βόλτα την έλεγαν οι γάλλοι αποικιοκράτες και εκείνος τη μετονόμασε σε Μπουργκίνα Φάσο, Χώρα των Τίμιων Ανθρώπων στη γλώσσα του.

 Γιατί αυτό ήθελε να την κάνει, μια χώρα με τίμιους και περήφανους πολίτες, μακριά από τη διαφθορά του Δυτικού και τα παιχνίδια των ολιγαρχών.

Τι κι αν απέκτησε την ανεξαρτησία της το 1960; Όπως και οι άλλες πρώην αποικίες των Ευρωπαίων στην Αφρική, παρέμενε υποχείριο των Γάλλων, ένα υποδουλωμένο έθνος που του άρπαζαν τον πλούτο και το άφηναν να σπαράσσεται από τη φτώχεια και την ανέχεια.

Έτσι βρήκε τη χώρα του το 1983 ο νεαρός επαναστάτης, σμπαράλια από τη γαλλική πλεονεξία και τη διαφθορά των ντόπιων συνεργατών τους. Ως η φτωχότερη ίσως χώρα του κόσμου, είχε το χαμηλότερο προσδόκιμο ζωής και ένα χρέος στο ΔΝΤ και την Παγκόσμια Τράπεζα που δεν ήταν φυσικό να αποπληρωθεί από μια εθνική οικονομία πρακτικά ανύπαρκτη.

Αυτή ήταν η μοίρα της πρώην αποικίας που είχαν προδιαγράψει οι μεγάλοι και δυνατοί, δεν υπολόγισαν όμως αυτόν τον φλογερό 34αρη αξιωματικό που υποσχέθηκε στον λαό δύο πράγματα: 2 γεύματα την ημέρα και 5 λίτρα πόσιμο νερό για κάθε οικογένεια.

Πράγματα σπουδαία για ένα έθνος μερικών εκατομμυρίων που δεν είχε ούτε φαΐ ούτε νερό.

Μόνο που η διακυβέρνησή του ενόχλησε και ενόχλησε πολύ και πολλούς. Και θα τον «έτρωγαν» φυσικά, λες και αυτή είναι η μοίρα όσων σηκώνουν ανάστημα στο διεθνές κεφάλαιο. Λίγοι ισχυροί ήθελαν εξάλλου έναν ρομαντικό αφρικανό ηγέτη που άλλαζε χρόνο τον χρόνο τη μοίρα ενός ταλαιπωρημένου λαού. Και έλεγε πως δεν θα πληρώσει τις δόσεις στους ξένους θεσμούς!

Μια βδομάδα πάντως πριν τη δολοφονία του πρόλαβε να δηλώσει πως «ενώ οι επαναστάτες μπορούν να δολοφονηθούν ως άτομα, ιδέες δεν μπορείς να σκοτώσεις»…

Ποιος ήταν ο «Τσε Γκεβάρα της Αφρικής»

«Ο Τσε Γκεβάρα μας δίδαξε πως θα μπορούσαμε να τολμήσουμε να έχουμε εμπιστοσύνη στους εαυτούς μας, εμπιστοσύνη στις ικανότητές μας. Ενστάλαξε μέσα μας την πεποίθηση ότι ο αγώνας είναι ο μοναδικός μας πόρος. Εκείνος ήταν ένας πολίτης του ελεύθερου κόσμου που μαζί είμαστε στη διαδικασία του χτισίματός του. Αυτός είναι ο λόγος που λέμε πως ο Τσε είναι επίσης Αφρικανός και Μπουρκιναμπέ».

Αυτά συνήθιζε να λέει για τον πραγματικό Γκεβάρα ο «άλλος Τσε», αυτός της Μαύρης Ηπείρου, ένας παραγνωρισμένος και άγνωστος εν πολλοίς μαρξιστής επαναστάτης που πρόλαβε ωστόσο να αφήσει το στίγμα του τόσο στα τεκταινόμενα του λαού του, όσο και γενικότερα της αφρικανικής μοίρας.

Ο Τομά Νοέλ Σανκαρά γεννήθηκε τον Δεκέμβριο του 1949 στη γαλλική Άνω Βόλτα, αποικία της Γαλλίας στη Δυτική Αφρική από το 1919, η οποία μετά τον Β’ Παγκόσμιο ανασυστάθηκε ως αυτοδιοικούμενη Δημοκρατία της Άνω Βόλτα και το 1960 απέκτησε την ανεξαρτησία της. Στα χαρτιά τουλάχιστον. Όσο για το όνομά της, το πήρε από τον ποταμό Βόλτα, το φυσικό σύνορο μεταξύ Μπουργκίνα Φάσο και Γκάνας.

Ήταν ένα από τα 10 παιδιά ενός χωροφύλακα, και χωροφύλακας στα χρόνια του γαλλικού ζυγού σήμαινε αρκετά προνόμια που δεν απολάμβανε ο απλός κοσμάκης. Όπως, ας πούμε, να ζουν σε σπίτι από τούβλα και να έχουν ένα πιάτο φαΐ στο μεσημεριανό τραπέζι.

Άριστος μαθητής, έφυγε από το σπίτι του για να πάει στο γυμνάσιο, όταν και αποδεσμεύτηκε από την πατρική επιρροή. Για ιερέα τον προόριζαν οι ρωμαιοκαθολικοί γονείς του, στρατιωτικός αποφάσισε να γίνει αυτός. Ο στρατός ήταν πολύ δελεαστική επιλογή εκείνη τη χρονική στιγμή, καθώς είχαν διώξει μόλις έναν διεφθαρμένο και καθόλου δημοφιλή πρόεδρο και πολλοί νέοι ένιωθαν χρέος να περιφρουρήσουν τη νέα κατάσταση.

Μετακόμισε λοιπόν στην πρωτεύουσα Ουαγκαντουγκού για να γίνει ένας από την πρώτη φουρνιά των σπουδαστών το 1966, στα 17 του χρόνια. Εκεί θα ζήσει το πρώτο πραξικόπημα της Άνω Βόλτα (3 Ιανουαρίου 1966), θα διδαχθεί όμως και κοινωνικές επιστήμες και θα έρθει σε επαφή με ανθρώπους του πνεύματος.

Το 1970 πήγε για περαιτέρω στρατιωτικές σπουδές σε ακαδημία της Μαδαγασκάρης, από την οποία αποφοίτησε το 1973 ως νεαρός αξιωματικός. Εκεί έμαθε επίσης γεωπονία και δημόσια διοίκηση, δυο πεδία που έμελλε να αποδειχθούν κατόπιν ιδιαιτέρως κρίσιμα για τον λαό του.

Στη Μαδαγασκάρη έζησε μερικές ακόμα ταραχές και πολιτικούς ξεσηκωμούς και ήρθε σε επαφή με τον μαρξισμό και τον λενινισμό, δυο προσεγγίσεις που σφυρηλάτησαν το όραμά του για τον κόσμο. Επιστρέφοντας στη χώρα του, πολέμησε στον συνοριακό πόλεμο της Άνω Βόλτα με το Μάλι το 1974.

Εκεί αναδείχθηκε για πρώτη φορά η γενναιότητά του στο πεδίο της μάχης, εκείνος έσπευσε πάντως να καταδικάσει τη σύγκρουση ως «αχρείαστη και άδικη». Όλα αυτά τον έκαναν γνωστό στην πρωτεύουσα, αν και οι περισσότεροι τον ήξεραν απλώς ως παθιασμένο κιθαρίστα και μέλος ενός γνωστού τοπικά συγκροτήματος!

Το 1976 έγινε διοικητής σε κέντρο εκπαίδευσης ειδικών δυνάμεων και έκανε τη γνωριμία της ζωής του, μια γνωριμία που έμελλε να διαδραματίσει σημαίνοντα ρόλο στη ζωή του. Γνώρισε στο Μαρόκο τον Μπλεζ Κομπαορέ, με τον οποίο έφτιαξαν μια μυστική οργάνωση (Ομάδα Κομμουνιστών Αξιωματικών) κατά της στρατιωτικής κυβέρνησης του συνταγματάρχη Σαγιέ Ζερμπό.

Σε μια σειρά πραξικοπημάτων το 1981 και το 1982, χρημάτισε για μερικά φεγγάρια υπουργός Πληροφόρησης, πηγαίνοντας με το ποδήλατο στα υπουργικά συμβούλια. Παραιτήθηκε όμως όταν είδε την αντιλαϊκή και αντιαγροτική πολιτική των στρατιωτικών.

Σε άλλο ένα στρατιωτικό κίνημα τον Νοέμβριο του 1982, τοποθετήθηκε πρωθυπουργός (Ιανουάριος 1983). Δεν θα στέριωνε όμως, καθώς τον Μάιο επισκέφθηκε την Άνω Βόλτα ο γιος του γάλλου προέδρου και ειδικός σύμβουλος αφρικανικών θεμάτων Ζαν-Κριστόφ Μιτεράν και ο Σανκαρά όχι μόνο εκδιώχθηκε αυτομάτως από τα καθήκοντά του, αλλά τέθηκε και σε κατ’ οίκον περιορισμό! Όπως και κάποιοι σύντροφοί του από τη μυστική ομάδα…

Ο επαναστάτης πρόεδρος

Άλλο ένα στρατιωτικό κίνημα ευρείας λαϊκής υποστήριξης, αυτή τη φορά από τα χέρια του καλού του φίλου Μπλεζ Κομπαορέ, όχι μόνο τον έβγαλε από την οικιακή φυλακή, αλλά τον έκανε και πρόεδρο της χώρας στις 4 Αυγούστου 1983, στα 34 του χρόνια. Ξανά έπειτα από λαϊκή απαίτηση. Το ένοπλο κίνημα χρηματοδοτήθηκε από τη Λιβύη, η οποία ήταν έτοιμη να πολεμήσει τους Γάλλους στο Τσαντ.

Πρώτη κίνηση της χαρισματικής αυτής προσωπικότητας, να μειώσει την ψαλίδα μεταξύ υψηλόβαθμων κρατικών αξιωματούχων και απλού λαού. Πούλησε τις κυβερνητικές λιμουζίνες και ανάγκασε τους βουλευτές να μετακινούνται με Renault 5, το φτηνότερο αμάξι που έβρισκες στην Άνω Βόλτα.

Μείωσε όλους τους μισθούς των ανώτερων υπαλλήλων, και τον δικό του πρώτο και καλύτερο, κόβοντας προνόμια και περιττές σπατάλες, όπως η χρήση οδηγού. Ταυτοχρόνως, όλοι όσοι είχαν κρατική θέση ήταν υποχρεωμένοι να χαρίζουν έναν μισθό σε κάποιο δημόσιο κοινωφελές πρόγραμμα.

Μετέτρεψε μετά τα στρατιωτικά πρατήρια σε κρατικά σουπερμάρκετ, τα πρώτα σουπερμάρκετ που έβλεπαν ποτέ οι πολίτες, που σε σημερινούς όρους θα τα λέγαμε κοινωνικά παντοπωλεία.

Ούτε το κλιματιστικό δεν άναβε στο προεδρικό του γραφείο, καθώς έλεγε πως μια τέτοια πολυτέλεια είναι ανήκουστη για τον λαό του. Ο πρόεδρος είχε όλα κι όλα έναν καλό μισθό, όχι τίποτα το υπερβολικό, ένα υπηρεσιακό Renault 5, 4 ποδήλατα και 3 κιθάρες.

Όχι βέβαια ότι αυτό ήταν το κυβερνητικό έργο που είχε να επιδείξει, ήταν απλώς ο τρόπος που ήθελε να κυβερνήσει. Στα πραγματικά μεταρρυθμιστικά μέτρα, αναδιένειμε τη γη των φεουδαρχών και των κληρονομικών φυλάρχων στους ακτήμονες, αλλάζοντας με μια κίνηση τη μοίρα τους.

Ταυτοχρόνως, αφαίρεσε τις εθιμικές εξουσίες των φυλάρχων και έβαλε σκοπό να κάνει τη χώρα του αυτάρκη σε τρόφιμα. Μέσα σε 4 χρόνια, με ένα πελώριο αρδευτικό έργο και κρατικοποιήσεις των εκτάσεων των αποικιοκρατών τσιφλικάδων, τα κατάφερε και η φτωχότερη χώρα της Αφρικής δεν πεινούσε πλέον! Και ήταν σε θέση να εξάγει κιόλας στάρι και βαμβάκι. «Η χώρα μας παράγει αρκετά για να μας θρέψει όλους», έλεγε υπερήφανα.

Ιδιαίτερη μέριμνα έδωσε και στη δημόσια υγεία, εμβολιάζοντας μαζικά τον πληθυσμό και σώζοντάς τους από τις επιδημίες που σάρωναν. Μια κίνηση που του έφερε τα πρώτα συγχαρητήρια απ’ έξω, από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας. Αυτά τα 2,5 εκατ. εμβόλια (μηνιγγίτιδα, ιλαρά και κίτρινος πυρετός) σε μία εβδομάδα δεν ήταν καθόλου μικρό μέγεθος! Ταυτοχρόνως, ο Σανκαρά ήταν και η πρώτη αφρικανική κυβέρνηση που αναγνώρισε δημόσια το AIDS ως απειλή για τη Μαύρη Ήπειρο.

Σειρά έβαλε μετά να αλλάξει το πρόσωπο της χώρας, αντικαθιστώντας τις παραγκουπόλεις με οικισμούς από τούβλα. Τα νέα σπίτια τα έδιναν με συμβολικά τιμήματα, ρίχνοντας ταυτοχρόνως όλους τους φόρους των χαμηλών εισοδηματικών τάξεων.

Αναδάσωσε όλη τη χώρα (φύτεψε 10 εκατ. δέντρα), έφτιαξε ένα τεράστιο δίκτυο δρόμων και σιδηροδρόμων και μετέτρεψε το μαγγάνιο στην κύρια εξορυκτική δραστηριότητα. Κι όλα αυτά χωρίς καμία ξένη βοήθεια, καθώς «είναι αυτή η βοήθεια που ενσταλάζει μέσα στο πνεύμα μας τη νοοτροπία του ζητιάνου».

Στην ξένη βοήθεια αντιστάθηκε λυσσαλέα, είναι η αλήθεια, διαμηνύοντας πως «αυτός που σε ταΐζει, σε ελέγχει». Και μίλησε παντού ενάντια σε αυτό που περιέγραφε ως «νεοαποικιακή διείσδυση στην Αφρική μέσω του δυτικού εμπορίου και των χρηματοδοτήσεων».

Πλάι στο ευρύ πρόγραμμα για να μάθει γράμματα ένας πληθυσμός με ποσοστά αναλφαβητισμού πάνω από 90%, μερίμνησε ιδιαίτερα για τα δικαιώματα των γυναικών, αλλάζοντας άρδην τη θέση της γυναίκας στην κοινωνία: «Η επανάσταση και η απελευθέρωση των γυναικών πάνε μαζί. Δεν μιλάμε για τη γυναικεία χειραφέτηση ως μια πράξη φιλανθρωπίας … είναι μια βασική αναγκαιότητα για τον θρίαμβο της επανάστασης», έλεγε χαρακτηριστικά.

Ήταν ο πρώτος αφρικανός ηγέτης που στρατολόγησε ενεργά γυναίκες στις ένοπλες δυνάμεις, διόρισε γυναίκες σε υψηλές κρατικές θέσεις και νομοθέτησε πλήθος κοινωνικών επιδομάτων για τη μητρότητα και την προστασία της εργαζόμενης μητέρας.

Στο τέλος άλλαξε και το όνομα της χώρας σε Χώρα των Τίμιων Ανθρώπων, Μπουρκίνα Φάσο δηλαδή, προσπαθώντας πάντα να τηρεί ίσες αποστάσεις από τους δύο πόλους του Ψυχρού Πολέμου. Πήγε και στη Μόσχα και την Ουάσινγκτον…

Όταν κάποια στιγμή τον ρώτησαν, σε συνέντευξη στο σπίτι του, μιας και στο προεδρικό μέγαρο δεν μετακόμισε ποτέ, γιατί δεν κρέμασε τη φωτογραφία του σε όλη τη χώρα, όπως συνήθιζαν να κάνουν οι αφρικανοί ηγέτες, ο πρόεδρος απάντησε ξερά: «Υπάρχουν 7 εκατομμύρια Τομά Σανκαρά εκεί έξω»…

Το άδοξο τέλος

Ο Σανκαρά έκανε όμως κάτι ασυγχώρητο: κατήγγειλε ανοιχτά και απερίφραστα τον τρόπο με τον οποίο οι χώρες της Αφρικής παγιδεύονται από τις πολικές του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου. Τα υπέρογκα χρέη υποδουλώνουν τους λαούς, έλεγε στα φόρα, την ίδια ώρα που τα δανεικά τα καρπώνεται η ελίτ και ποτέ ο λαός.

Οι παρεμβάσεις του στα Ηνωμένα Έθνη ήταν συγκινητικές και άφησαν εποχή, κάθε φορά που άνοιγε όμως το στόμα του εξαγρίωνε πολλούς. «Μιλώ στο όνομα των μανάδων των εξαθλιωμένων αφρικανικών λαών που βλέπουν τα παιδιά τους να πεθαίνουν από ελονοσία και διάρροια», απαντούσε αυτός προκαλώντας περαιτέρω. Την τύχη του, αναμφίβολα.

Το αποκορύφωμα της αυθάδειάς του ήρθε τον Ιούλιο του 1987, όταν στη Γενική Συνέλευση του Οργανισμού Αφρικανικής Ενότητας δήλωσε χωρίς περιστροφές: «Δεν μπορούμε να ξεπληρώσουμε το χρέος μας … αυτό είναι αδύνατον, δεν είναι θέμα ηθικής τάξης, ούτε αθέτηση υποσχέσεων … Αν δεν πληρώσουμε, οι πιστωτές μας δεν θα πεθάνουν, αυτό είναι βέβαιο. Αν όμως πληρώσουμε, ο λαός μας θα εξοντωθεί».

Δεν ήταν η πρώτη φορά που πίεζε το ΔΝΤ και την Παγκόσμια Τράπεζα για μείωση του εθνικού χρέους της Μπουργκίνα Φάσο. Ήταν όμως που πλέον, με το ευρύ μεταρρυθμιστικό του πρόγραμμα και την αλλαγή της μοίρας των Μπουργκιναμπέ, εξόριζε ολοένα και περισσότερο τη δύναμη και την επιρροή των ξένων θεσμών. Μέχρι που είπε αυτό το «φτάνει πια» στο ΔΝΤ.

Αυτή ήταν η τελευταία του πολιτική πρωτοβουλία, η προσπάθεια να συγκροτηθεί μια αφρικανική κίνηση για την ηθική, πολιτική και νομική άρνηση του χρέους των χωρών της Αφρικής στο ΔΝΤ. Δυόμιση μήνες μετά την περιβόητη ομιλία, ο στενότερος συνεργάτης του, Μπλεζ Καμπαορέ, και ένα ένοπλο απόσπασμα 12 στρατιωτικών όρμησαν στο γραφείο του και τον εκτέλεσαν εν ψυχρώ με δυο σφαίρες στην καρδιά. Το ημερολόγιο έγραφε 15 Οκτωβρίου 1987 όταν πριν εκπνεύσει πρόλαβε να πει «μα Μπλεζ, είσαι ο καλύτερός μου φίλος, σε αποκαλώ αδελφό».

Το σώμα του διαμελίστηκε και καταχωνιάστηκε σε μια τρύπα, την ώρα που η χήρα και τα δυο του παιδιά φυγαδεύονταν εκτός χώρας. Χρόνια αργότερα, έγινε γνωστό πως το πραξικόπημα εναντίον του είχε τις ευλογίες Γαλλίας και ΗΠΑ και εκτελέστηκε με την «τεχνογνωσία» της CIA.

Ο Καμπαορέ έγινε πρόεδρος της χώρας και πρώτη και καλύτερη τον αναγνώρισε η Γαλλία. Και μετά το ΔΝΤ, που είδε το εθνικό χρέος της Μπουργκίνα Φάσο να αποπληρώνεται με υποδειγματική συνέπεια στις 3 σχεδόν δεκαετίες που κυβέρνησε ο Καμπαορέ. Το πρώτο μέτρο του οποίου ήταν η σύναψη ενός ακόμα μεγαλύτερου δανείου από το ΔΝΤ και την Παγκόσμια Τράπεζα.

Τρεις δεκαετίες όπου πήρε πίσω όλα τα μέτρα ανακούφισης του λαού, κλείνοντας τα σχολεία, τις δομές υγείας και σύσσωμο το κοινωνικό κράτος του Σανκαρά. Η κρατικοποίηση έγινε ιδιωτικοποίηση για να ξεπληρωθεί το χρέος και να τακτοποιηθούν οι χάρες. Όλοι θυμήθηκαν τον Πατρίς Λουμούμπα του Κονγκό, αυτού του χαρισματικού ηγέτη που έπεσε νεκρός από το χέρι του λευκού αποικιοκράτη.

Η Μπουργκίνα Φάσο άλλαξε ξανά πρόσωπο και από χώρα των τίμιων ανθρώπων έγινε και πάλι χώρα των εξαθλιωμένων ανθρώπων…

Πηγή: patrastimes.gr