Η νόσος του Πάρκινσον είναι μια προοδευτική εγκεφαλική διαταραχή που χαρακτηρίζεται από τρόμο (τρέμουλο), ακαμψία στα άκρα και τον κορμό και προβλήματα κίνησης και ισορροπίας. Τα άτομα με την πάθηση έχουν επίσης αυξημένο κίνδυνο κατάθλιψης και άνοιας.

Περίπου το 15% των ατόμων με την ασθένεια έχουν οικογενειακό ιστορικό Πάρκινσον, γεγονός που υποδηλώνει ότι κληρονόμησαν γονίδια που αύξησαν τον κίνδυνο εμφάνισης της πάθησης. Ωστόσο, οι περισσότερες περιπτώσεις προκύπτουν από μια πολύπλοκη, ελάχιστα κατανοητή αλληλεπίδραση γενετικών και περιβαλλοντικών παραγόντων.

Αρκετοί περιβαλλοντικοί παράγοντες, όπως τραύμα στο κεφάλι, χημικές ουσίες και φάρμακα, έχουν συσχετίσεις με αυξημένο κίνδυνο, ενώ η άσκηση έχει συσχετίσεις με μειωμένο κίνδυνο.

Μια ανασκόπηση προηγούμενων ερευνών το 2010 έδειξε ότι όσο περισσότερη καφεΐνη καταναλώνει κανείς, τόσο χαμηλότερος είναι ο κίνδυνος ανάπτυξης Πάρκινσον. Μια άλλη μελέτη έδειξε ότι τα άτομα με νόσο του Parkinson που δεν έχουν γενετικούς παράγοντες κινδύνου για την ασθένεια έχουν χαμηλότερα επίπεδα καφεΐνης στο αίμα τους από τα άτομα χωρίς την ασθένεια.
Πάρκινσον: Τι ρόλο παίζει ο καφές και το γονίδιο LRRK2

Μια ομάδα με επικεφαλής ερευνητές από το Γενικό Νοσοκομείο της Μασαχουσέτης στη Βοστώνη, επιχείρησε να ανακαλύψει εάν ο καφές θα μπορούσε επί της ουσίας να προστατεύσει άτομα με μετάλλαξη στο γονίδιο LRRK2. Διότι το συγκεκριμένο γονίδιο έχει αποδειχτεί ότι αυξάνει τον κίνδυνο ανάπτυξης της νόσου, αλλά δεν το εγγυάται.

Οι ερευνητές συνέκριναν άτομα με και χωρίς τη νόσο του Πάρκινσον. Και οι δύο ομάδες περιείχαν άτομα με και χωρίς μετάλλαξη στο γονίδιο LRRK2.

Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι οι διαφορές στα επίπεδα καφεΐνης στο αίμα μεταξύ ατόμων με Πάρκινσον και αυτών χωρίς ήταν μεγαλύτερες μεταξύ ατόμων με αυτή τη γενετική μετάλλαξη.

Οι συγγραφείς δημοσίευσαν τη μελέτη στο επιστημονικό περιοδικό Neurology.

Πέντε χημικές ουσίες που σχετίζονται με τον καφέ

Οι επιστήμονες ανέλυσαν δείγματα πλάσματος αίματος από 368 άτομα που συμμετείχαν στο LRRK2 Cohort, ένα ερευνητικό έργο που ξεκίνησε το 2009 για την έρευνα του Πάρκινσον.

Μια ομάδα περιείχε 188 άτομα με Πάρκινσον και η ομάδα ελέγχου περιελάμβανε 180 άτομα χωρίς την ασθένεια. Περίπου το ίδιο ποσοστό κάθε ομάδας είχε μια μετάλλαξη στο γονίδιο LRRK2.

Όταν οι ερευνητές συνέκριναν το χημικό προφίλ του πλάσματος από τις δύο ομάδες, διαπίστωσαν ότι τα επίπεδα πέντε συγκεκριμένων χημικών ουσιών διέφεραν περισσότερο. Όλα σχετίζονταν με την καφεΐνη: Οι συγκεντρώσεις και των πέντε χημικών ήταν σημαντικά χαμηλότερες μεταξύ ατόμων με νόσο του Πάρκινσον από εκείνα που δεν είχαν την ασθένεια.

Μεταξύ αυτών με μη μεταλλαγμένο γονίδιο LRRK2, η συγκέντρωση καφεΐνης ήταν, κατά μέσο όρο, 31% χαμηλότερη στο πλάσμα των ατόμων με νόσο του Πάρκινσον από ό,τι σε εκείνα χωρίς τη νόσο. Τα επίπεδα καφεΐνης ήταν 76% χαμηλότερα μεταξύ των ατόμων με Parkinson και μεταλλαγμένου γονιδίου LRRK2 σε σύγκριση με τους μάρτυρες.

Για να ελέγξουν τα ευρήματά τους, οι ερευνητές εξέτασαν επίσης ερωτηματολόγια που συμπληρώθηκαν από 212 από τους συμμετέχοντες, αναφέροντας πόσο καφεΐνη κατανάλωναν.

Αυτό αποκάλυψε ότι τα άτομα με Parkinson και μεταλλαγμένο γονίδιο LRRK2 κατανάλωναν 41% λιγότερη καφεΐνη ανά ημέρα από ό,τι τα άτομα που δεν είχαν Parkinson ανεξάρτητα από το αν είχαν μεταλλαγμένο γονίδιο, ή όχι.

Εναλλακτική εξήγηση

Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι η μελέτη τους έδειξε απλά μια συσχέτιση μεταξύ της καφεΐνης και της νόσου του Πάρκινσον. Δεν απέδειξε ότι η κατανάλωση καφεΐνης προστατεύει τους ανθρώπους από την ασθένεια.

Για παράδειγμα, παραμένει η πιθανότητα ότι η μετάλλαξη στο γονίδιο LRRK2 όχι μόνο αυξάνει τον κίνδυνο ενός ατόμου για Parkinson, αλλά και το κάνει λιγότερο διατεθειμένο να καταναλώνει ποτά με καφεΐνη.

“Δεν γνωρίζουμε ακόμη εάν τα άτομα που έχουν προδιάθεση για τη νόσο του Πάρκινσον μπορεί να τείνουν να αποφεύγουν να πίνουν καφέ ή εάν ορισμένοι φορείς μετάλλαξης του γονιδίου πίνουν πολύ καφέ και επωφελούνται από τα νευροπροστατευτικά του αποτελέσματα”, λέει ο δρ. Crotty.

Επιπλέον,σημειώνει ότι η μελέτη εξέτασε τους ανθρώπους σε μια χρονική στιγμή, οπότε δεν λέει τίποτα για το πότε επιτυγχάνεται κάποιο προστατευτικό αποτέλεσμα ή πώς η καφεΐνη μπορεί να επηρεάσει την εξέλιξη της νόσου.

Πηγή: iatropedia.gr

Πηγή: patrastimes.gr