Εκατό χρόνια πριν. Η ανθρωπότητα έβγαινε αποδεκατισμένη από έναν ολέθριο πόλεμο και μια φρικτά θανατηφόρα πανδημία. Ο κόσμος ανακάλυπτε πάλι όσα είχε στερηθεί. Η λαχτάρα του για ειρήνη και υγεία δρομολόγησε ένα αισιόδοξο ρεύμα που ενεργοποίησε τον τόνο μιας νέας εποχής στις παγκόσμιες μητροπόλεις. Κάθε αναλογία με το σήμερα είναι παρακινδυνευμένη, αν όχι γελοιογραφική, αφού, ως γνωστόν, όσες τσάρκες κι αν κάνουν παρόμοια γεγονότα διαμέσου των αιώνων, η Ιστορία επαναλαμβάνεται ως φάρσα. Υπάρχει, ωστόσο, μια τεράστια τρύπα στη συλλογική μνήμη για τη χειρότερη καταστροφή του 20ού αιώνα. Η πανδημία της ισπανικής γρίπης του 1918 μόλυνε περίπου 500 εκατομμύρια -σχεδόν έναν στους τρεις του παγκόσμιου τότε πληθυσμού που άγγιζε το 1,8 δισεκατομμύρια- και σκότωσε έως 50 εκατομμύρια ανθρώπους. Ηταν μια εποχή που η επιστήμη δεν διέθετε αξιόπιστα διαγνωστικά τεστ, είχε μικρή εμπειρία στην αποτροπή των μυστηριωδών ιών, μηδαμινά έως ανύπαρκτα αντιβιοτικά και καθόλου αποτελεσματικά εμβόλια για να τους αντιμετωπίσει. Το χειρότερο για την ανθρωπότητα ήταν ότι είχε προηγηθεί ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, ο οποίος έπειτα από τέσσερα χρόνια φρικτών μαχών είχε αφήσει πίσω του 20 εκατομμύρια νεκρούς και άλλους τόσους τραυματίες. Αυτό το ζοφερό σκηνικό που άφησε βαθιά τραύματα και ανεξίτηλες ουλές στο κοινωνικό σώμα, άλλαξε εντυπωσιακά με το που οι δύο σοκαριστικά θανατηφόρες απειλές, πόλεμος και πανδημία, έριξαν οριστικά αυλαία. Ενα ορμητικό κύμα αισιοδοξίας για το αύριο σάρωσε τον πλανήτη. Ο ζορισμένος κόσμος που επιβίωσε από τον συνδυαστικό διπλό όλεθρο επιθυμούσε, όσο τίποτε άλλο, να αφήσει πίσω του τον αδυσώπητο φόβο του θανάτου. Ηθελε να βγει, να γιορτάσει, να μεθύσει, να ξεφαντώσει, να καταναλώσει, να εκφραστεί, να πειραματιστεί, να ξεσκάσει και, επιτέλους, να ζήσει ξανά. Ακριβώς πριν από έναν αιώνα αυτή η ομόθυμη κοινωνική αντίδραση εγκαινίαζε την ευφορική ατμόσφαιρα της δεκαετίας του 1920. Χάραζαν πλέον τα ξέγνοιαστα, ηδονικά, φρενήρη, απογειωτικά, «βρυχώμενα» 20s.

Ένα καλύτερο μέλλον

Η ελπίδα για ένα καλύτερο μέλλον συνέπαιρνε μαζικά τους ανθρώπους και τους ωθούσε να ξεκολλήσουν από την ψευτοαθώα ρομαντική παράδοση, τη συντήρηση, τον αναχρονισμό του 19ου αιώνα. Ηταν περίοδος θεμελίωσης της νεωτερικότητας και του φιλελευθερισμού, του κοινωνικού ακτιβισμού και της πολιτικής μεταρρύθμισης. Ο αυταρχικός γερμανικός μιλιταρισμός είχε ηττηθεί και δυσφημηθεί. Η πανδημία είχε αιφνιδίως εξαφανιστεί, όπως αναπάντεχα είχε ενσκύψει. Αναδύονταν βαθμιαία ο πολιτισμικός πλουραλισμός, η θρησκευτική και εθνοτική ανοχή, ενθαρρυνόταν η υπεύθυνη αντιπροσωπευτική κυβέρνηση και με την ψήφο των γυναικών, ενισχύονταν το πνεύμα του ελεύθερου εμπορίου, η συμμετοχή στα συνδικάτα, καθώς και η ειρηνική επίλυση διεθνών διαφορών μέσω της νεοσύστατης Κοινωνίας των Εθνών, που ιδρύθηκε το 1920. Παράλληλα, εξαπλώθηκε το ρεύμα για παρακολούθηση των ασθενειών σε επίπεδο πληθυσμού, καλύτερη δημόσια υγεία και κοινωνική φροντίδα, πιο οργανωμένη συλλογή δεδομένων υγειονομικής περίθαλψης. Η πανδημία ως παγκόσμια κρίση υγείας κινητοποίησε την επιστήμη και αυτή με τη σειρά της επανέκτησε την εμπιστοσύνη των απογοητευμένων από την αδυναμία της να καταπολεμήσει την ισπανική γρίπη. Εν τω μεταξύ, η μπολσεβίκικη επανάσταση είχε αποσπάσει την πρώην τσαρική Ρωσία από την οικονομία της ελεύθερης αγοράς, αλλά οι δυτικές δημοκρατίες κινούνταν τολμηρά και πρωτοπόρα στο μονοπάτι της καινοτομίας, της αστικοποίησης και του μοντερνισμού. Ξεκίνησαν οι πρώτες εμπορικές πτήσεις, τα αυτοκίνητα και τα τηλέφωνα δεν αποτελούσαν πλέον προνόμιο των πλουσίων, ενώ η έκρηξη της μαζικής παραγωγής έκανε προσιτό το ηλεκτρικό ρεύμα, το ραδιόφωνο, τον φωνογράφο, την παρακολούθηση κινηματογραφικών ταινιών, το ελκυστικά φτηνό μηχανοκίνητο τετράτροχο όχημα. Με την ανάγκη του κόσμου να απολαύσει ξανά τη ζωή στο έπακρο, ξημέρωνε, κυρίως στην Αμερική, μια εποχή ευημερίας. Το νέο της ευαγγέλιο περιείχε μόνο τρεις εντολές: δουλειά – υπερκατανάλωση – διασκέδαση. Την ίδια ώρα που τα εργοστάσια άλλαζαν αλλεπάλληλα βάρδιες, σημειωνόταν έκρηξη γεννήσεων. Τη στιγμή που ο χορός τσάρλεστον κορυφωνόταν και οι μπάντες του σουίνγκ χάριζαν ρυθμικά το τέμπο, οι διαφημιστές διαλαλούσαν στους υπαλλήλους τους: «Πουλήστε τους τα όνειρά τους». Ο,τι φάνταζε πολυτέλεια πριν από τον πόλεμο και σπάνιο πριν από την πανδημία, τώρα έμοιαζε χρήσιμο, καλοφτιαγμένο, φτηνό και, κυρίως, προσφερόταν αφειδώς, άνετα και με δόσεις.

Τσάπλιν και Βαλεντίνο

Το Χόλιγουντ έδινε τον απενοχοποιημένο βηματισμό της καθημερινότητας προς έναν εκθαμβωτικό κόσμο. Οι δημοφιλείς πρωταγωνιστές των βουβών ταινιών του, όπως ο Τσάρλι Τσάπλιν, η Μαίρη Πίκφορντ, ο Ροδόλφο Βαλεντίνο, μεταξύ άλλων, έγιναν σταρ που λατρεύονταν σαν είδωλα από το κοινό που συνέρρεε στις κινηματογραφικές αίθουσες. Και από τη στιγμή που προσαρμόστηκε και ο ήχος στα φιλμ, η γοητευτική εμπειρία του θεάματος εξελίχθηκε σε μαγεία. Ο κόσμος άλλαζε αξιοθαύμαστα παρά την γκρίνια των ηλικιωμένων και τις κατάρες των παρωχημένων εκκλησιαστικών παστόρων για την απώλεια της μυθοποιημένης εθνικής σεμνότητας. Πρώτα απ’ όλα θρηνούσαν ή κατακεραύνωναν τη χειραφέτηση ,την ανεξαρτησία και το δικαίωμα ψήφου μιας νέας γενιάς γυναικών, υπερβολικά μακιγιαρισμένων και κοντοκουρεμένων με κόμμωση αγορίστικου καρέ, γνωστών ως flappers. Με πρότυπο τις πρωταγωνίστριες ταινιών όπως η Κλάρα Μπόου, η Κολίν Μουρ, η Λουίζ Μπρουκς, κάπνιζαν θαρραλέα και δημοσίως τσιγάρα, τα «έτσουζαν» ανενδοίαστα με αλκοόλ, φορούσαν τολμηρές κοντές φούστες και μιλούσαν ανοιχτά για σεξ. Οι νεαρές εργαζόμενες των φανταχτερών 20s θρυμμάτιζαν όλα τα ταμπού της καταπιεστικής βικτωριανής ηθικής και συμπεριφοράς. Η αυστηρότητα στις δημόσιες εμφανίσεις, ο συνεσταλμένος ενδυματολογικός συντηρητισμός και η λακωνικότητα ως απάντηση στην υποψία φλερτ πήγαν μεμιάς περίπατο. Εξάλλου, χωρίς γυναίκες δεν υπήρχε πάρτυ. Δίχως τη γοητεία και την ξεσηκωμένη από το σινεμά κατάφωρη σεξουαλική τους πρόκληση δεν υπήρχαν όρεξη και κέφι στους χορευτικούς μαραθωνίους. Με το που ακυρώθηκαν τα προληπτικά μέτρα κατά της πανδημίας και επανήλθαν οι δημόσιες εκδηλώσεις, ο κόσμος ξεχύθηκε αθρόα σε ψυχαγωγικές αίθουσες χορού, μπόουλινγκ, μπιλιάρδου, καμπαρέ και θέατρα. Πλημμύρισε αρένες πυγμαχίας, γήπεδα του μπέιζμπολ και κινηματογραφικές αίθουσες. Τεράστια πλήθη φτωχών μεροκαματιάρηδων και πλούσιων επιχειρηματιών, αναμεμειγμένα μέχρι πλήρους σύγχυσης, γιόρταζαν την επιστροφή στην κανονικότητα. Σύσσωμοι πυροδότησαν το κλίμα σαν την εύφλεκτη χύμα βενζίνη που ρέει ανέλεγκτα πλάι σε αδέσποτη πυρκαγιά. Ατυχώς, η δίψα τους για διασκέδαση έπρεπε να διανυθεί υπομονετικά με στεγνά λαρύγγια. Η από το 1920 ποτοαπαγόρευση αλκοολούχων στην Αμερική βρήκε ακμάζουσα διέξοδο στην παράνομη διακίνησή τους. Τα «κρυφά» speakeasies ποτοπωλεία και λοιπά καταχωνιασμένα, μακριά από το αυστηρό βλέμμα του νόμου, μπαρ άνθησαν. Τιγκαρισμένα από πελάτες, συχνά με ζωντανή μουσική, γέννησαν μια νέα περιθωριακή κουλτούρα. Την ίδια στιγμή, τα βίαια αφεντικά του συνδικάτου του οργανωμένου εγκλήματος που διαχειρίζονταν το λαθρεμπόριο αλκοόλ, με το άγαρμπο στυλ και τις πλουμιστές φορεσιές τους με γούνινα παλτό από ρακούν, χάριζαν πινελιές ξεδιάντροπου νεοπλουτισμού στα καθωσπρέπει σαλόνια των γκλάμουρους ξενοδοχείων της Νέας Υόρκης και του Σικάγου.

Ντιούκ Έλινγκτον και Λούις Άρμστρονγκ

Τα ίδια φεγγάρια, στην εκκίνηση της δεκαετίας, η μαύρη κοινότητα του Χάρλεμ γιόρταζε την ταυτότητά της μέσω της δημιουργικής έκφρασης και της καλλιτεχνικής της έμπνευσης. Η τζαζ γινόταν η μουσική γλώσσα που χαρακτήριζε την εποχή. Η τραγουδίστρια Μπέσι Σμιθ και ο βιρτουόζος τρομπετίστας και συνθέτης Λούις Αρμστρονγκ μπήκαν για ηχογραφήσεις στα στούντιο. Μεγάλες αφροαμερικανικές ορχήστρες έπαιζαν σε αχανείς αίθουσες χορού όπως στο «Savoy» και το θέατρο «Alhambra» του Μανχάταν, καθώς και στο «Aragon Ballroom» του Σικάγου. Η άφιξη στο Χάρλεμ του κέντρου διασκέδασης «Cotton Club» με τον Ντιουκ Ελινγκτον και τον Καμπ Κάλογουεϊ εγκαινίασε τη μοντέρνα νυχτερινή ζωή προσελκύοντας μαζικά ένα ενθουσιώδες μεικτό κοινό, λευκών και μαύρων. Ηταν η χρυσή εποχή της τζαζ που σταδιακά μετακινήθηκε νότια του Χάρλεμ, προς τα θέατρα του Μπρόντγουεϊ, με το μαύρο μιούζικαλ «Shuffle Along», το οποίο αγκάλιασε συνεπαρμένο ένα κοινό αμιγώς λευκών.

Το κυρίαρχο στην πληθωρική ατμόσφαιρα ήταν η ολόψυχη συμμετοχή του κόσμου που υποδεχόταν πανηγυρικά τον Τσαρλς Λίντμπεργκ μετά την πρώτη σόλο διατλαντική πτήση χωρίς στάση ανάμεσα σε Νέα Υόρκη και Παρίσι, ενώ χειροκροτούσε μανιασμένα στη μεγάλη οθόνη τη φιγούρα του Μίκυ Μάους. Κάθε εποχή έχει και τους ήρωές της. Τον αναζωογονητικό αναβρασμό της περιόδου περίγραψε με αριστουργηματική ακρίβεια το 1925 ο Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ στη νουβέλα του «Ο Υπέροχος Γκάτσμπυ». Εστίασε στα φρενήρη γλέντια με τζαζ στο Λονγκ Αϊλαντ εικονογραφώντας παραστατικά μια κοινωνική αφρόκρεμα που αψηφούσε χαλαρά κάθε περιορισμό και περιφρονούσε τις συμβάσεις. Παράλληλα, με λεπτομερειακή οξυδέρκεια απέδωσε τον ιδεαλισμό, την αντίσταση στην αλλαγή, την υποβόσκουσα κοινωνική αναταραχή της εποχής, συνθέτοντας μια προειδοποιητική αφήγηση για το αμερικάνικο όνειρο εκείνης της δεκαετίας, το οποίο θα κατέρρεε προτού προλάβει χρονικά να ολοκληρωθεί. Προηγουμένως, όμως, είχε υιοθετήσει το πολυτελές, λαμπερό και αισιόδοξο καλλιτεχνικό κίνημα του Art Deco, ενώ το ραδιόφωνο, ως οικογενειακή εμπειρία, έπαιζε μελωδικά στη διαπασών από το «While we Danced Till Dawn» του Τεντ Λιούις και της τζαζ ορχήστρας του μέχρι το «Rhapsody in Blue» του Τζορτζ Γκέρσουιν. Οπως και να ’χει, με τη μαζική συμβολή και την εμπλοκή της κοινωνίας τα ξέφρενα 20s ήταν μια εποχή αλλαγής, οικονομικής ακμής και τεχνολογικής ανάπτυξης. Μια δεκαετία γνώσης, μάθησης, εξερεύνησης και, φυσικά, οργανωμένης ψυχαγωγίας.

Η μεταπολεμική Βρετανία

Η αλήθεια είναι ότι η λεζάντα «Θορυβώδη 20s» ταιριάζει περισσότερο στην αμερικανική εμπειρία. Η μεταπολεμική και μεταπανδημική Βρετανία δεν ασπάστηκε το προκλητικά ελκυστικό μοντέλο ψυχαγωγίας της άλλης πλευράς του Ατλαντικού. Ισως βάραινε η απογοήτευση από τις τόσες πολλές νέες ζωές που χάθηκαν στα πεδία των μαχών και τα προσωρινά ράντζα των νοσοκομείων εξαιτίας της πανδημίας. Τουλάχιστον όμως στη Γηραιά Αλβιώνα είχαν παρηγοριά το νόμιμο αλκοόλ. Τουναντίον, οι «αστραφτεροί» γόνοι της αριστοκρατίας και των εύπορων αστών γλεντούσαν χλιδάτα. Στο Γουέστ Εντ πανάκριβα ντυμένες νεαρές με ψηλά τακούνια και κομψά αγόρια με καλοραμμένα κοστούμια έτρωγαν αστακό και έπιναν σαμπάνια και φίνα κοκτέιλ. Χόρευαν αδιάκοπα τους μοντέρνους χορούς Job-rot, Shimmy και Heebie-Jeebie στον ρυθμό της τζαζ στο «KitKat Club» ή στο «Embassy» της Old Bond Street, όπου το εισιτήριο εισόδου ισούταν με το μηνιάτικο 15 Ινδών και διπλάσιων Κενυατών. Στην ανάπαυλα συζητούσαν επιπόλαια για τις εκδρομές με πολύχρωμα μαγιό στο Μπράιτον και τις θερινές διακοπές τους στη Γαλλική Ριβιέρα ή στην Τοσκάνη της από το 1922 κιόλας φασιστικής Ιταλίας του Μουσολίνι. Από την άλλη μεριά, στο Ιστ Εντ του κοινωνικά διχασμένου Λονδίνου, οι εργάτες βύθιζαν τη σπατάλη δόξας της συμμετοχής τους στο πολεμικό μέτωπο σε φτηνή, χλιαρή μπίρα των αποπνικτικά γεμάτων παμπ. Διοργάνωναν εράνους υπέρ των ανέργων και των αναξιοπαθούντων, κουβέντιαζαν για το ποδόσφαιρο, ενώ το μόνο πατριωτικό τους καύχημα ήταν οι 96 εταιρείες κατασκευής αυτοκινήτων της χώρας.

Χέμινγουεϊ και Ζόζεφιν Μπεϊκερ

Αντίθετα, το Παρίσι αποθέωνε με κεφάτη ομοψυχία τον ευδαιμονισμό με σχεδόν διονυσιακές φιέστες. Οχι ότι οι Γάλλοι δεν υπέφεραν τα πάνδεινα από πανδημία και πόλεμο, αλλά εξοικειωμένοι στο πρίσμα του πνεύματος του joie de vivre πρόβαλλαν μια δική τους οπτική για τις απολαύσεις της ζωής. Αυτή την αντίληψη τη συμμερίζονταν όλοι -διανοούμενοι με μπερέδες και ακροβάτες του τσίρκου με κολάν, χαμίνια του δρόμου με τρύπια παντελόνια και τραπεζίτες με ημίψηλο καπέλο – χαρίζοντας νόημα στην ανεμελιά των «années folles» (τρελά χρόνια), όπως ονόμασαν τη δεκαετία του ’20. Οι καλλιτεχνικές παραγωγές της διασκέδασης γνώρισαν μετεωρική άνοδο στις όχθες του Σηκουάνα. Στην αριστερή όχθη, η σκηνή στήθηκε γύρω από τις μεγάλες μπρασερί «La Coupole», «La Closerie des Lilas», «Café de la Rotonde», με σερβιτόρους με μακριές λευκές ποδιές στο Μονπαρνάς, τον «ομφαλό του κόσμου», όπως το αποκαλούν κορδωμένοι οι Παριζιάνοι. Καλλιτεχνικές ζυμώσεις μετά ξεσαλωτικών γλεντιών διοργάνωναν στα ασφυκτικά ατελιέ τους μετα-ιμπρεσιονιστές και κυβιστές ζωγράφοι, ενώ διαθέσιμο πάντα για μαζώξεις, μέθεξη και μεθύσια ήταν το σαλόνι της Αμερικανίδας μυθιστοριογράφου και ποιήτριας Γερτρούδης Στάιν.

Στη δεξιά όχθη, η δράση εντοπίστηκε στην περιοχή της Μονμάρτρης. Τζαζίστες στο «L’ Abbaye», τραβεστί στο «La Petite Chaumière», το σύστριγγλο στο καμπαρέ της ελίτ «Le Boeuf sur le Toit», ενώ σχεδόν γυμνή η σέξι Αφροαμερικανή χορεύτρια και τραγουδίστρια Ζοζεφίν Μπέικερ υποτίθεται πως σκανδάλιζε το ενθουσιώδες κοινό του καμπαρέ «Folies Bergère». Στις ουρές των εισόδων των κινηματογράφων στήνονταν άνευ προτεραιότητας ακαδημαϊκοί και κομμώτριες για να δουν τις βουβές ταινίες του Αμπέλ Γκανς και του Λουί Ντελούκ. Τις ίδιες ώρες εμιγκρέδες ρώσικων μπαλέτων μπλέκονταν σε ένα γκροτέσκο συνονθύλευμα με σουρεαλιστές, ντανταϊστές και Αμερικανούς συγγραφείς της «χαμένης γενιάς» χαρίζοντας ένα σαγηνευτικό άρωμα στην παριζιάνικη νυχτερινή ζωή. Από την όπερα και τα θέατρα ως τα μπιστρό και τα καφέ ο κόσμος κινούνταν ανάλαφρα, σαν σε ένα χαοτικό πανηγύρι. Το χρονικό του μποέμ τρόπου ζωής εκείνης της παροξυσμικά καυτής περιόδου στο Παρίσι αφηγείται ο Ερνεστ Χέμινγουεϊ στο μυθιστόρημά του «Ο ήλιος ανατέλλει ξανά» του 1925 και το αυτοβιογραφικό «Μια κινητή γιορτή», ως αυτόπτης μάρτυρας, εγκατεστημένος στη γαλλική πρωτεύουσα από το 1921 έως το 1926. Ηταν μια περίοδος ξεσπάσματος από το άγχος του πρόσφατου παρελθόντος, μια εποχή ηδονισμού, σεξουαλικής ελευθεριότητας και πρωτοπόρας καλλιτεχνικής δημιουργίας. Ηταν η φάση που η Πόλη του Φωτός ήθελε να διατηρεί τα πρωτεία στη νέα εποχή, παρότι αυτά απειλούνταν από την τολμηρή, σοκαριστική και ανατρεπτική αισθητική μιας μοντέρνας Βαβυλώνας ανατολικότερα.

Μπέρτολτ Μπρεχτ και Μάρλεν Ντίτριχ

Το ανεκτικό Βερολίνο την περίοδο της νεοσύστατης Δημοκρατίας της Βαϊμάρης εδραίωνε τη φήμη του ως πρωτεύουσας της λαγνείας σε απάντηση στην κατάθλιψη της ηττημένης Γερμανίας. Σε μια χώρα που τρέκλιζε από βαρύ πολεμικό χρέος και αστρονομικό πληθωρισμό, ο λαός της πόλης ένιωθε σαν να περνάει τις τελευταίες μέρες της ζωής του πάνω σε ένα υπό έκρηξη ενεργό ηφαίστειο. Αναπόφευκτα, μπροστά στην απειλητική άβυσσο, το έριξαν ξεσαλωτικά στο «όσα πάνε κι όσα έρθουν». Με το ιδιότυπο χιούμορ που τους διακρίνει, οι Βερολινέζοι βάφτισαν τη δεκαετία «Glückliche Zwanziger Jahre» (χαρούμενα 20s). Αποδίδοντας τη χαρωπή εκστατικότητά τους στα πολύβουα καφέ, στις ορχήστρες που δεν σταματούσαν να παίζουν, στα λαμπερά θέατρα και τα θεαματικά βαριετέ. Πλάι όμως στη σπινθηροβόλα Κουρφίστερνταμ και τη φωτεινή αβανγκάρντ διασκέδαση κρυβόταν μια σκοτεινή πτυχή. Τα αδιάντροπα οργιώδη πάρτυ και τα άγρια νταραβέρια με ναρκωτικά ήταν στην ημερήσια διάταξη. Στη Φρίντριχστρασε, Κινέζοι έμποροι διατηρούσαν τεκέδες οπίου. Ταυτόχρονα οι ελευθεριάζουσες ηδονιστικές παραστάσεις των εκατοντάδων περιβόητων καμπαρέ ήταν τόσο αχαλίνωτα παραλυτικές, που στη θέα τους ακόμη και τα ψηλά τοξωτά φρύδια της μοιραίας Μάρλεν Ντίτριχ θα σηκώνονταν από έκπληξη μερικά εκατοστά πιο πάνω. Οι στοχοποιημένοι ποινικά γκέι, λεσβίες και τρανσέξουαλ πειραματιστήκαν στις σκηνές των καμπαρέ με κολάρο, γραβάτα και απροκάλυπτη αθυροστομία δημιουργώντας μια μαγνητική ατμόσφαιρα που αναμετριόταν με κάθε ταμπού. Η χορεύτρια Ανίτα -«Κοκαΐνη»- Μπέρμπερ έσπασε τη διάκριση των φύλων και εμφανιζόταν δημοσίως εντελώς γυμνή, ως υπερβολή μιας ανδρόγυνης φιγούρας. Στις μεγάλες αίθουσες του καμπαρέ «Europahaus», του κακόφημου «Ballhaus Resi» και του πολυτελούς εξαώροφου «Haus Vaterland» συνέρρεαν καθημερινά τα πλήθη της πόλης και συνωστίζονταν αδιακρίτως κομψευόμενοι τυχοδιώκτες, χυδαίοι νεόπλουτοι και πρόστυχος υπόκοσμος μαζί με ταπεινούς υπαλλήλους, λιμοκτονούντες ανέργους και ζητιάνους. Σε αυτό το παρακμιακό σκηνικό, όπου τα χαρτονομίσματα ουσιαστικά δεν άξιζαν ούτε καν το χαρτί στο οποίο τυπώνονταν, πολλοί αξιοπρεπείς καλλιτέχνες προσχώρησαν αναγκαστικά στην υποκουλτούρα της πόλης. Αντιστάθηκε πεισματικά μερίδα διανοουμένων όπως ο Μπέρτολτ Μπρεχτ, ο Μαξ Ερνστ, ο Τόμας Μαν, ο ιδρυτής του καλλιτεχνικού κινήματος Μπαουχάουζ, Βάλτερ Γκρόπιους κ.ά. Ηταν, όμως, αργά. Η αρχική έξαψη αισιοδοξίας των πολιτών αποδείχθηκε εφήμερη και απατηλή. Σταδιακά στη θέση του εύθυμου γυαλιστερού γκλίτερ κατέφτασε βλοσυρή η καφετιά στολή των ναζί, τις πουέντ του μπαλέτου αντικατέστησαν οι μπότες τους, τους χορούς οι παρελάσεις, τη σκληρή σάτιρα των τραγουδιών των καμπαρέ εκτόπισαν τα εμβατήρια και την ανεκτικότητα τα στρατόπεδα συγκέντρωσης.

Τα φουριόζα, ανυπόμονα, δυναμικά και ίσως απερίσκεπτα 20s, που επανεξέτασαν τον τρόπο ζωής των πολιτών μακριά από τις κακουχίες και τον ζόφο του πολέμου και της πανδημίας, κράτησαν κάτι λιγότερο από δέκα χρόνια. Ούτε λίγα ούτε πολλά. Οι προσδοκίες, όμως, γκρεμίστηκαν απότομα. Το σκάσιμο της χρηματιστηριακής φούσκας τη Μαύρη Τρίτη 29 Οκτωβρίου του 1929 στη Γουόλ Στριτ απελευθέρωσε το δυσοίωνο τζίνι της Μεγάλης Υφεσης και της επακόλουθης οικονομικής εξαθλίωσης εκατομμυρίων ανθρώπων. Αναπόφευκτα οι νέες αξίες και η καινούρια αισθητική της πρώτης μοντέρνας δεκαετίας του περασμένου αιώνα έμειναν ατελείς. Τα «χαρούμενα, χρυσά, ευτυχισμένα και ξέγνοιαστα» χρόνια της θα νοσταλγούνταν για πολύ καιρό αργότερα. Ωστόσο, από την ακμή της ευημερίας τους δεν επωφελήθηκαν όλοι. Τουλάχιστον, όμως, τα χάρηκαν και τα γεύτηκαν, έστω και σαν ζαχαρωμένο κουφέτο που περιβάλλει ένα πικρό αμύγδαλο. Οπως λέει σε μια ατάκα η Μέριλιν Μονρόε υποδυόμενη την τραγουδίστρια Σούγκαρ Κέιν στην ταινία «Μερικοί το προτιμούν καυτό», η οποία αναφέρεται σε εκείνη τη «βρυχώμενη» περίοδο: «Η ιστορία της ζωής μου. Πάντα παίρνω το ξυλάκι από το γλειφιτζούρι».
protothema.gr

Πηγή: patrastimes.gr