Πόσο πιθανόν είναι να… σηκωθεί ένα τέταρτο κύμα το επερχόμενο φθινόπωρο ή χειμώνα; Κι αν αυτό συμβεί, πόσο επιθετικό θα είναι; Ενώ οι πολίτες επιστρέφουν σταδιακά στην κανονικότητα, τα ερωτήματα αυτά προβληματίζουν την επιστημονική κοινότητα τόσο στη χώρα μας όσο και παγκοσμίως, με τους ειδικούς να συμφωνούν ότι ο SARS-CoV-2 δεν πρόκειται να εξαφανιστεί. Ζητούμενο, όμως, είναι εάν θα μας αιφνιδιάσει.

Οι παράγοντες «Χ» που θολώνουν τις μελλοντικές προβλέψεις, καθώς αναμένεται να διαδραματίσουν ρόλο ρυθμιστή στις εξελίξεις, είναι το ποσοστό του πληθυσμού που θα ανταποκριθεί στο κάλεσμα της εμβολιαστικής εκστρατείας – με έμφαση στους ηλικιωμένους και ευπαθείς πολίτες – αλλά και οι μεταλλάξεις του πανδημικού ιού.

«Η πιθανότητα του να έχουμε μεταδόσεις εξαρτάται κάθε φορά από το πόσο μολυσματικός είναι ο ιός αλλά και από το ποσοστό ανοσίας στην κοινότητα. Η μολυσματικότητα αυξομειώνεται ανάλογα με τις καιρικές συνθήκες (π.χ. τον χειμώνα οι μεταδόσεις είναι πιο αυξημένες), τη συμπεριφορά των πολιτών αλλά και από τα μεταλλαγμένα στελέχη. Ομως και η ανοσία στην κοινότητα κατόπιν φυσικής έκθεσης στον ιό ή μέσω του εμβολιασμού είναι ελαφρώς μεταβαλλόμενημ καθώς εξαρτάται από τις ηλικιακές ομάδες που έχουν εμβολιαστεί αλλά και τα μεταλλαγμένα στελέχη που κυκλοφορούν» εξηγεί στα «ΝΕΑ» ο αναπληρωτής καθηγητής Επιδημιολογίας και Προληπτικής Ιατρικής του ΕΚΠΑ και μέλος της Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων Δημήτρης Παρασκευής.

Ο καθηγητής ομοιάζει το επιδημιολογικό μέλλον με μια ζυγαριά: «Εάν αυτή γύρει ελαφρά προς τη μολυσματικότητα, τότε θα εκδηλωθεί ένα τέταρτο κύμα, που όμως αναμένεται να είναι ήπιο γιατί θα αντισταθμίζεται από την ανοσία που έχει επιτευχθεί μέσω του εμβολιασμού».

Το κρίσιμο στοίχημα

Σε κάθε περίπτωση και σύμφωνα με τον ειδικό, η βαρύτητα του τέταρτου κύματος θα καθοριστεί όχι από τον αριθμό νέων κρουσμάτων – δεδομένου ότι ο εμβολιασμένος πληθυσμός δύναται να μολυνθεί, αλλά το πιθανότερο είναι ότι θα νοσήσει ελαφριά – αλλά από τους «σκληρούς δείκτες», δηλαδή τις νέες εισαγωγές στα νοσοκομεία και τους θανάτους. «Προκύπτει συνεπώς το συμπέρασμα πως μια ακόμη παράμετρος – από τις πλέον κρίσιμες – που θα καθορίσει τη βαρύτητα του επόμενου κύματος είναι το ποσοστό ανοσίας στις ευπαθείς ομάδες, που πρέπει να είναι σημαντικά υψηλό. Καλύτερα το ποσοστό ανοσίας να αγγίζει το 80%-90% στον ευάλωτο πληθυσμό και να μειώνεται στο 60% στον γενικό πληθυσμό, παρά το 60% να κατανέμεται ομοιόμορφα σε όλες τις ομάδες ανεξαρτήτως του υψηλού κινδύνου βαριάς νόσησης».

Το καθοριστικό αυτό «στοίχημα», πάντως, προς το παρόν δεν έχει κερδηθεί στη χώρα μας. Πιο συγκεκριμένα και παρά τις συνεχείς εκκλήσεις, περισσότεροι από τρεις στους δέκα πολίτες άνω των 80 ετών δεν έχουν εμβολιαστεί (ούτε έχουν προγραμματίσει ραντεβού), ενώ χαμηλές επιδόσεις καταγράφονται και στην ηλικιακή κατηγορία 60-64 ετών (το 30,5% δεν έχει επισκεφτεί τη πλατφόρμα emvolio.gov.gr), όπως και στην αμέσως προηγούμενη ομάδα (50-54 ετών).

Στο εξωτερικό

Την ίδια ώρα, ο Ali Mokdad, καθηγητής Επιδημιολογίας στο Πανεπιστήμιο της Ουάσιγκτον, εκφράζει τη διαφωνία του με τη νέα σύσταση του Κέντρου Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων των ΗΠΑ αναφορικά με την κατάργηση της προστατευτικής μάσκας, προειδοποιώντας ότι λόγω της μειωμένης χρήσης της αναμένεται αύξηση των περιστατικών COVID-19 ήδη από τον επερχόμενο Αύγουστο. Ο ίδιος προσθέτει πως για να αποτραπεί ένα επερχόμενο νέο κύμα θα πρέπει να εμβολιαστεί το 80%-85% του πληθυσμού μέχρι το τέλος του έτους.

Μια σημαντική παράμετρο στον παγκόσμιο επιστημονικό διάλογο που βρίσκεται σε εξέλιξη θέτει και ο Peter Katonah, καθηγητής Ιατρικής και Δημόσιας Υγείας στο UCLA. Πιο συγκεκριμένα, υποστηρίζει ότι δεν πρέπει να προσθέτει κανείς όσους έχουν ήδη μολυνθεί με COVID-19 στα εμβολιασμένα άτομα ώστε να υπολογιστεί το «τείχος ανοσίας», που σημειωτέον κατά τον ίδιο πρέπει να ξεπερνά το 70% για να επιτευχθεί η ανοσία της αγέλης.

Αξίζει να υπογραμμιστεί ότι επί του παρόντος στις ΗΠΑ, όπου το 39,8% των πολιτών είναι πλήρως εμβολιασμένο, το βρετανικό στέλεχος (B.117) κυριαρχεί χωρίς να προκαλεί αύξηση στους θανάτους όπως σε άλλες χώρες. Ομως οι ειδικοί εκτιμούν ότι η εικόνα θα μπορούσε να αλλάξει εάν τα στελέχη της Νότιας Αφρικής ή της Βραζιλίας επικρατούσαν, αφενός επειδή τα εμβόλια είναι λιγότερο αποτελεσματικά έναντι αυτών και αφετέρου καθώς είναι πιθανόν να μολύνουν ξανά άτομα που είχαν προσβληθεί στο παρελθόν από άλλα στελέχη.

Οι μεταλλάξεις

Ενα ακόμη αγωνιώδες ερώτημα αφορά τις πιθανότητες να δημιουργηθεί στο μεσοδιάστημα ένα νέο «υπερστέλεχος» που θα αλλάξει τα δεδομένα. «Η μέχρι τώρα εμπειρία μάς έχει οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι τα μεταλλαγμένα στελέχη δεν μπορούν να ακυρώσουν τα ευεργετικά οφέλη του εμβολιασμού. Ακόμη κι αν προκύψουν στελέχη με δυνατότητα ανοσιακής διαφυγής, δεν σημαίνει ότι θα μηδενιστεί η προστασία που μας παρέχουν τα εμβόλια» καταλήγει ο καθηγητής του ΕΚΠΑ.

Πηγή: patrastimes.gr