Στις ελληνικές καλένδες αποφάσισαν να παραπέμψουν το ζήτημα της τουρκικής προκλητικότητας στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, οι 27 υπουργοί Εξωτερικών της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποφασίζοντας να συνεχίσουν τις συζητήσεις τους στην άτυπη μεν, αλλά με διάσταση μίνι- συνόδου κορυφής σύνοδο του Γκίμνιχ.

Οι διαφορές ανάμεσα στα κράτη – μέλη της ΕΕ αναφορικά με την στάση που θα έπρεπε να λάβει το Συμβούλιο Εξωτερικών υποθέσεων της ΕΕ ήταν δύσκολο να ξεπεραστούν, καθώς τόσο η Ελλάδα και η Γερμανία ξεκίνησαν από διαφορετικές αφετηρίες, με το Βερολίνο να εκφράζει τη δυσφορία του για τη στιγμή που επέλεξε η Ελλάδα να υπογράψει συμφωνία με την Αίγυπτο και την Αθήνα να ζητεί σκληρότερη στάση κατά της Τουρκίας, ενώ κράτη – μέλη όπως η Ιταλία και η Ισπανία κράτησαν εκκωφαντική σιωπή.

Παράλληλα η Αθήνα φαίνεται ότι αρνήθηκε να συνυπογράψει την κοινή ανακοίνωση για τα γεγονότα στην Λευκορωσία, επιβεβαιώνοντας αυτό χάσμα που υφίσταται ανάμεσα στα κράτη – μέλη της ΕΕ.

Το ζήτημα της τουρκικής προκλητικότητας αναμένεται να συζητηθεί στο Άτυπο Συμβούλιο του Γκίμνιχ. Πρόκειται για ένα άτυπο μεν αλλά εξαιρετικά σημαντικό συνέδριο το οποίο έλαβε χώρα για πρώτη φορά το 1974 στο ομώνυμο κάστρο στη Βόρεια Ρηνανία – Βεφστφαλία, διεξάγεται κάθε έξι μήνες από το κράτος – μέλος της ΕΕ που ασκεί την εξάμηνη προεδρία του Συμβουλίου της ΕΕ και παρευρίσκονται οι αρμόδιοι υπουργοί Εξωτερικών της ΕΕ χωρίς συμβούλους και βοηθούς με σκοπό ο διάλογος ανάμεσα στους 27 να είναι άμεσος και πιο ειλικρινής, ώστε να ληφθούν οι απαραίτητες και δύσκολες αποφάσεις.

Ορισμένα κράτη – μέλη της ΕΕ παρόλο που κατανοούν ότι οι ενέργειες της Τουρκίας απέναντι στην Ελλάδα και την Κύπρο υπονομεύουν τη σταθερότητα στην Ανατολική Μεσόγειο, έχουν δικά τους συμφέροντα, κυρίως στη Βόρειο Αφρική και την ευρύτερη περιοχή, ενώ παράλληλα αντιμετωπίζουν με σκεπτικισμό τις πρωτοβουλίες της Γαλλίας τόσο ως προς τη Ρωσία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.

Ο Ύπατος Εκπρόσωπος της ΕΕ για την Εξωτερική πολιτική Ζοζέπ ΜΠορέλ εξέφρασε την πλήρη «αλληλεγγύη» της ΕΕ με την Ελλάδα και την Κύπρο, ενώ παράλληλα κάλεσε την Τουρκία να καταβάλει κάθε προσπάθεια για την αποκλιμάκωση της έντασης και να υπάρξει διάλογος ανάμεσα στις εμπλεκόμενες πλευρές.

Τα συμπεράσματα των υπουργών Εξωτερικών

Στο ζήτημα της αλληλεγγύης, οι Ευρωπαίοι εταίροι επιβεβαίωσαν εκ νέου την πλήρη στήριξη της ΕΕ στην Ελλάδα και την Κύπρο. Επίσης, υπογράμμισαν ότι τα κυριαρχικά δικαιώματα των κρατών-μελών της ΕΕ πρέπει να γίνουν σεβαστά. Μάλιστα, ανακάλεσαν τις θέσεις της ΕΕ και τα Συμπεράσματα του Συμβουλίου της 22ης Μαρτίου 2019, όπως και του Ιουνίου, Ιουλίου, Οκτωβρίου, Δεκεμβρίου 2019, πρόσθετα με τη Δήλωση για την κατάσταση στην Ανατολική Μεσόγειο της 15ης Μαΐου 2020.

Παράλληλα, οι υπουργοί τόνισαν ότι η σοβαρή επιδείνωση των σχέσεων με την Τουρκία έχει μακροπρόθεσμες στρατηγικές συνέπειες για όλη την ΕΕ, όπως και για την ανατολική Μεσόγειο.

Για το ζήτημα της αποκλιμάκωσης, οι υπουργοί τόνισαν ότι οι πρόσφατες ναυτικές ενέργειες από την Τουρκία δεν συμβάλλουν στην εξεύρεση λύσης. Αντιθέτως, οδηγούν σε μεγαλύτερο ανταγωνισμό και έλλειψη εμπιστοσύνης και δημιουργούν αυξανόμενο ρίσκο για επικίνδυνα ατυχήματα. «Η άμεση αποκλιμάκωση από την Τουρκία θεωρήθηκε κρίσιμη» αναφέρεται στα συμπεράσματα.

Δεν νοείται λύση διαφορών με μονομερείς δράσεις και κινητοποίηση ναυτικών δυνάμεων

Όσον αφορά στον διάλογο, οι υπουργοί υπενθύμισαν τη σημασία που δίνουν στις σχέσεις με την Τουρκία. Υπογράμμισαν ότι ζητήματα που σχετίζονται με την οριοθέτηση των θαλασσίων συνόρων και την εκμετάλλευση των πόρων μπορούν να αντιμετωπιστούν μόνο μέσω διαλόγου και διαπραγματεύσεων, με καλή πίστη, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο και την επιδίωξη σχέσεων καλής γειτονίας και όχι μέσω μονομερών δράσεων και της κινητοποίησης ναυτικών δυνάμεων.

Οι υπουργοί υπενθύμισαν τα συμπεράσματα του Συμβουλίου Εξωτερικών Υποθέσεων της13ης Ιουλίου. Επίσης, εξέφρασαν ισχυρή στήριξη στις προσπάθειες του Ύπατου Εκπροσώπου Ζοζέπ Μπορέλ να επαναφέρει το διάλογο και να διευκολύνει την εκ νέου δέσμευση με την Τουρκία. Την ίδια ώρα, ο Ύπατος Εκπρόσωπος καλείται να ετοιμάσει επιλογές σε περαιτέρω κατάλληλα μέτρα, σε περίπτωση που οι εντάσεις δεν υποχωρήσουν.

Όπως κατέληξαν οι υπουργοί Εξωτερικών, μια ευρύτερη συζήτηση για τις σχέσεις με την Τουρκία θα διεξαχθεί αργότερα τον Αύγουστο.

Για τη Λευκορωσία

Όσον αφορά στη Λευκορωσία, «οι Υπουργοί επανέλαβαν ότι οι εκλογές δεν ήταν ούτε ελεύθερες ούτε δίκαιες. Η Ευρωπαϊκή Ένωση θεωρεί ότι τα αποτελέσματα έχουν παραποιηθεί και, ως εκ τούτου, δεν αποδέχεται τα αποτελέσματα όπως παρουσιάστηκαν από την Κεντρική Εκλογική Επιτροπή της Λευκορωσίας. Ως εκ τούτου, η Ευρωπαϊκή Ένωση θα υποβάλει στις αρχές της Λευκορωσίας πρόταση για υποστήριξη της ΕΕ για την καθιέρωση και τη διευκόλυνση του διαλόγου μεταξύ των πολιτικών αρχών, της αντιπολίτευσης και της ευρύτερης κοινωνίας για την επίλυση της τρέχουσας κρίσης. Ο Ύπατος Εκπρόσωπος της ΕΕ και οι υπηρεσίες του θα αρχίσουν αμέσως να εργάζονται για αυτήν την πρόταση». Οι υπουργοί συμφώνησαν επίσης για την ανάγκη κυρώσεων σε βάρος των υπευθύνων για βία, καταστολή και παραποίηση των εκλογικών αποτελεσμάτων και εξέφρασαν την εκτίμησή τους για το έργο των δημοσιογράφων στις δύσκολες συνθήκες που αντιμετωπίζουν και καταδίκασαν επιθέσεις και κρατήσεις δημοσιογράφων, συμπεριλαμβανομένων πολιτών της ΕΕ.

Ταυτόχρονα, κατά την έκτακτη τηλεδιάσκεψη οι Υπουργοί Εξωτερικών, σύμφωνα με την ΕΥΕΔ, εξέτασαν την κατάσταση στο Λίβανο μετά την καταστροφική έκρηξη στο λιμάνι της Βηρυτού στις 4 Αυγούστου. Ο Ύπατος Εκπρόσωπος της ΕΕ και ο Επίτροπος Διεύρυνσης της ΕΕ ενημέρωσε τους Υπουργούς σχετικά με τις ταχείες και ουσιαστικές προσπάθειες της ΕΕ να βοηθήσει το Λίβανο και ευχαρίστησε τη Γαλλία για τη διοργάνωση, με τα Ηνωμένα Έθνη, της πρόσφατης Διεθνούς Διάσκεψης για τη στήριξη του Λιβάνου. Οι υπουργοί υπογράμμισαν την ανάγκη για αυστηρή παρακολούθηση της βοήθειας για να διασφαλιστεί ότι θα μεταφερθεί απευθείας σε όσους έχουν ανάγκη. Οι υπουργοί επανέλαβαν την ανάγκη οι αρχές του Λιβάνου να αντιμετωπίσουν επειγόντως την οικονομική και κοινωνική κρίση και να αποκαταστήσουν την εμπιστοσύνη μέσω συμφωνίας με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Οι αρχές του Λιβάνου πρέπει επίσης να διασφαλίσουν μια ανεξάρτητη και αξιόπιστη έρευνα για την έκρηξη. Η ΕΕ είναι έτοιμη να παράσχει περαιτέρω βοήθεια.

Για τη Βενεζουέλα

Σχετικά με τη Βενεζουέλα, η ανακοίνωση της ΕΥΕΔ αναφέρει ότι «οι υπουργοί συζήτησαν την κατάσταση στη Βενεζουέλα, ιδίως το τρέχον αδιέξοδο στις επικείμενες νομοθετικές εκλογές. Ο Ύπατος Εκπρόσωπος της ΕΕ, Ζ.Μπόρελ, παρουσίασε τις επαφές που είχε τις τελευταίες εβδομάδες με την κυβέρνηση Μαδούρο και τις κύριες αντιπολιτευτικές ομάδες σχετικά με αυτό. Οι Υπουργοί συζήτησαν την προθυμία της ΕΕ να βοηθήσει όλες τις γνήσιες προσπάθειες της Βενεζουέλας για εξεύρεση πολιτικής λύσης».

Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Εξωτερικής Δράσης, «οι υπουργοί συζήτησαν την κατάσταση στη Βολιβία, επισημαίνοντας την ανάγκη ειρηνικού διαλόγου και όλα τα μέρη να δεσμευτούν για μια λύση που να αντιμετωπίζει τόσο τις ανησυχίες που σχετίζονται με το κορονοϊό όσο και το δικαίωμα του λαού να ψηφίζει. Η ΕΕ θα συνεχίσει να υποστηρίζει τις προσπάθειες διαλόγου και διαμεσολάβησης για την υποστήριξη αυτού.

Πηγή: patrastimes.gr