Ανυπολόγιστο, και μάλιστα επιμηκυνόμενο σε μεσομακροπρόθεσμο βάθος χρόνου, είναι το κόστος των φετινών πυρκαγιών, το οποίο απειλεί πολλαπλώς την ελληνική οικονομία.
Οι κίνδυνοι είναι σοβαροί και ξεκινούν από τον εκτροχιασμό των δημόσιων οικονομικών και μακροχρόνια ζημιά στον τουρισμό και εκτείνονται μέχρι την πιθανή υποβάθμιση από τους οίκους αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας και κατ’ επέκτασιν το ακριβότερο κόστος δανεισμού της Ελλάδας, όταν μάλιστα η εξαγγελθείσα έκδοση “πράσινων ομολόγων” προοιωνίζεται έκρηξη του ήδη επικίνδυνα διογκωμένου δημοσίου χρέους.

Και όλα αυτά έρχονται σε μια οικονομία καθημαγμένη μετά τις επί ενάμιση χρόνο παρενέργειες της πανδημίας.

Παρότι η έκταση των καμένων γαιών είναι τεράστια, με την Ελλάδα τρίτη στη Μεσόγειο μετά την Ιταλία και την Τουρκία, καθώς αυτές ανέρχονταν στο μέσον της εβδομάδας σε συνολικά 933.680 στρέμματα και ως εκ τούτου με πολύ μεγάλο εκτιμώμενο ύψος ζημιών, τα μέτρα ανακούφισης των πυρόπληκτων που ανακοινώθηκαν από την κυβέρνηση αποδεικνύονται ανεπαρκή.

Ενδεικτική είναι εν προκειμένω η δήλωση του προέδρου του Βιοτεχνικού Επιμελητηρίου Αθήνας Παύλου Ραβάνη, μετά τις πρώτες επαφές που είχε με επιχειρήσεις – μέλη του ΒΕΑ, ότι χρειάζονται «επιπλέον μέτρα, προσαρμοσμένα στις επιχειρήσεις αυτές που επιβαρύνθηκαν από τις πυρκαγιές».

Ανεπαρκή μέτρα

Παρότι ούτε έχει ξεκινήσει ακόμη η καταγραφή των ζημιών αλλά ούτε έχει κατασβεστεί και η τελευταία φωτιά για το φετινό καλοκαίρι, κάτι που ίσως καταδείξει ότι τα ελάχιστα ποσά της τάξεως των 4.000 και των 6.000 ευρώ που ανακοίνωσε για βοήθημα η κυβέρνηση θα αποδειχθούν ανεπαρκή, οι πρώτες εκτιμήσεις παραγόντων του οικονομικού επιτελείου είναι ότι με τα σημερινά δεδομένα οι συνέπειες σε δημοσιονομικό και μακροοικονομικό επίπεδο από τις καταστροφικές πυρκαγιές προσεγγίζουν το 1,5 δισ. ευρώ.

Όσον αφορά το συνολικό κόστος για την οικονομία από τις φετινές πυρκαγιές, ο οίκος αξιολόγησης Moody’s τονίζει ότι πρόκειται για τις χειρότερες πυρκαγιές των τελευταίων δεκαετιών και, παρότι δεν προχωρά σε υπολογισμούς, υπενθυμίζει σε μια μάλλον δυσοίωνη αναφορά ότι οι πιο καταστροφικές, έως τώρα, πυρκαγιές ήταν αυτές του 2007, που είχαν προκαλέσει συνολικά ζημιά της τάξεως των 3 δισ. ευρώ.

Ζημιά στον πρωτογενή τομέα

Τεράστια είναι η ζημιά που υφίσταται ο πρωτογενής τομέας, με τις πρώτες πληροφορίες να δείχνουν σοβαρή απειλή για το εισόδημα χιλιάδων αγροτών, με συνέπειες και για τον κύκλο εργασιών του.

Χιλιάδες στρέμματα φυτικής παραγωγής, δενδρωδών καλλιεργειών με εκατοντάδες χιλιάδες ελαιόδεντρα (ενδεικτικά σημειώνεται ότι μόνο στην Ηλεία, περιοχή στην οποία οι φωτιές ξύπνησαν μνήμες από την καταστροφική πυρκαγιά του 2007, όταν έχασαν τη ζωή τους 45 άνθρωποι, έχουν γίνει ήδη στάχτη πάνω από 170.000 ελαιόδεντρα, με την περιοχή να παράγει σχεδόν 25.000 τόνους ετησίως από τους περίπου 230.000 τόνους που είναι το σύνολο της εθνικής παραγωγής). Και δεκάδες χιλιάδες μηλιές και καστανιές, καθώς και χιλιάδες στρέμματα αμπελοειδή. Η φωτιά έχει αφανίσει χιλιάδες μελισσοσμήνη, πρόβατα, δεκάδες χιλιάδες πουλερικά και δεκάδες στάβλους με ζωοτροφές.
Ειδικά στη μελισσοκομία οι πυρκαγιές κατέστρεψαν στη βόρεια Εύβοια χιλιάδες στρέμματα πευκοδάσους πλήττοντας μεγάλο αριθμό μελισσοκόμων που διατηρούσαν τα μελίσσια τους σε περιοχές που έγιναν στάχτη. Ως εκ τούτου η καταστροφή θέτει ζήτημα επιβίωσης πολλών επαγγελματιών ακόμη και γειτονικών περιοχών, όπως λ.χ. η Μαγνησία, που διατηρούσαν εκεί μελίσσια.

Πλέον, με τον αποδεκατισμό χιλιάδων μελισσιών (και μάλιστα όταν το κόστος μιας καλής κυψέλης με το σμήνος των μελισσών μπορεί να φτάσει έως και τα 170 με 180 ευρώ), η φετινή παραγωγή πευκόμελου, που αντιπροσωπεύει σχεδόν το 80% της συνολικής ποσότητας μελιού που διακινείται στο εμπόριο, τινάχτηκε στον αέρα.

Στα της κτηνοτροφίας τραγικές εικόνες με καμένα ζώα σε μαντριά, όπως λ.χ. στη Γορτυνία Αρκαδίας, κατέγραψαν αγρότες και ζωόφιλοι. Παράλληλα μείζον είναι το πρόβλημα κάλυψης των αναγκών σίτισης και φαρμάκων των παραγωγικών ζώων στις πυρόπληκτες περιοχές, όπου ξετυλίχθηκαν εικόνες τραγωδίας.

Επιπτώσεις στον τουρισμό

Στον τουρισμό, εκτός από την άμεση οικονομική επίπτωση, η διαταραχή που προκλήθηκε από τις πυρκαγιές, συμπεριλαμβανομένων διακοπών ρεύματος και νερού, η κακή ποιότητα του αέρα και το κλείσιμο των δρόμων είναι επίσης πιθανό να επηρεάσουν τον τουρισμό σύμφωνα με τον οίκο Moody’s, ο οποίος χαρακτηρίζει αυτό το γεγονός “πιστωτικά αρνητικό”, ήτοι πιθανή υποβάθμιση με άνοδο του κόστους δανεισμού, λόγω της μεγάλης εξάρτησης της ελληνικής οικονομίας από τον τουρισμό.

Σημειώνεται ότι, στο πλαίσιο των πορισμάτων της έκθεσης που δημοσιεύτηκε από τη Διακυβερνητική Επιτροπή του ΟΗΕ για την Κλιματική Αλλαγή στις 9 Αυγούστου, η οποία ανέφερε ότι τα κύματα καύσωνα κάθε 50 χρόνια είναι πλέον πιθανά κάθε δεκαετία, τονίζεται πως, αν και η Ελλάδα είναι πιθανό να συνεχίσει να επωφελείται με οικονομική υποστήριξη από ευρωπαϊκά ιδρύματα, μια περαιτέρω αύξηση της συχνότητας και της σοβαρότητας αυτών των καιρικών φαινομένων θα μπορούσε να αποδυναμώσει την τουριστική βιομηχανία.

Επιπλέον, καταλήγει η Moody’s, η περιβαλλοντική ζημία και η πιθανή μείωση των βάσεων φόρου ακινήτων δημιουργούν μακροπρόθεσμες πιστωτικές προκλήσεις.

Άνοδος στο κόστος οικοδομής

Στο μεταξύ «φωτιά» αναμένεται να πάρει και το κόστος της οικοδομής, το οποίο ήδη για ανέγερση νέων κτηρίων αυξήθηκε έως 15%.

Η ζήτηση ανοικοδόμησης στις καμένες περιοχές, δεδομένης της υπολειπόμενης προσφοράς και της παρατηρούμενης έλλειψης εργατικών χεριών (ο αριθμός όσων απασχολούνται στην οικοδομή έχει μειωθεί δραματικά μετά την πανδημία, ίσως και περί τους 200.000, όταν προ ολίγων ετών ξεπερνούσαν τους 400.000), σε συνδυασμό με την προγραμματισμένη αύξηση των αντικειμενικών αξιών από την 1η Ιανουαρίου 2022, αναμένεται να προκαλέσει αύξηση του κόστους.

Πηγή: patrastimes.gr