Τις μεγαλύτερες ανισότητες του τομέα υγείας στην Ευρώπη παρουσιάζει η Ελλάδα, διαχρονικά, και δεν υπάρχει συγκεκριμένη πολιτική για την αναμόρφωση των ανισοτήτων αυτών. Μάλιστα, στη διάρκεια των ετών της οικονομικής κρίσης, οι ανισότητες αυτές επιδεινώθηκαν δραματικά, με αποτέλεσμα να καταστούν αγεφύρωτες.

Στις διαπιστώσεις αυτές αναφέρθηκε ο καθηγητής Οικονομικών της Υγείας του ΕΚΠΑ Γιάννης Υφαντόπουλος, μιλώντας στο in.gr, με αφορμή τη φετινή παγκόσμια ημέρα υγείας που είναι αφιερωμένη στις ανισότητες των συστημάτων υγείας.

Ο καθηγητής τόνισε πως η πανδημία έχει αυξήσει την οικονομική αβεβαιότητα και έχει γίνει μια από τις μεγαλύτερες απειλές για την παγκόσμια οικονομία. Παρόλα αυτά όμως, οι ανισότητες αποτελούν δομικό πρόβλημα του συστήματος υγείας της χώρας, που σχετίζεται με τα προβλήματα στη δημόσια διοίκηση, τις οικονομικές πιέσεις και την αδυναμία ελέγχου την αύξηση των δαπανών περίθαλψης. Μέχρι το 2009 δεν υπήρχαν κάν εργαλεία για παρακολούθηση του συστήματος. Η κατανομή πόρων βασιζόταν κυρίως σε ιστορικά και πολιτικά δεδομένα.

Ειδικά ο νοσοκομειακός τομέας, χαρακτηρίζεται από σημαντική αναποτελεσματικότητα, με χαμηλά ποσοστά πληρότητας, μακρόχρονες νοσηλείες, υψηλό ποσοστό επανεισαγωγών και κατακερματισμένες διαδικασίες προμηθειών. Από ανάλυση που πραγματοποιήθηκε στο τμήμα Οικονομικών της Υγείας του Πανεπιστημίου Αθηνών, διαπιστώθηκε ότι μόνο το 23,2% των νοσοκομείων ήταν πλήρως αποτελεσματικά, το 37,5% ήταν αποτελεσματικά και το 39,3% ήταν αναποτελεσματικά.

Αναποτελεσματικότητα

Τα ποσοστά αυτά μπορούν να αποδοθούν σε χρόνια προβλήματα των ιατρικών διαδικασιών της Ελλάδας, όπως ανεπαρκείς ιατρικές κατευθυντήριες οδηγίες, απουσία ιατρικών πρωτοκόλλων και φακέλου ασθενή, κατακερματισμό των υπηρεσιών με αδυναμία συντονισμού μεταξύ τους και ανεπαρκή εποπτεία από τις αρχές. Ταυτόχρονα υπάρχει έλλειψη προσωπικού, μικρός αριθμός νοσηλευτών σε σχέση με τους γιατρούς, ανισόρροπη κατανομή γιατρών ειδικοτήτων, έλλειψη γενικών γιατρών και απουσία συστήματος αναφοράς.

Ταυτόχρονα, η αναποτελεσματικότητα παρατηρείται και στην πρωτοβάθμια περίθαλψη, όπου ειδικά για τα κέντρα υγείας που λειτουργούν στην περιφέρεια, το μέσο επίπεδο αποτελεσματικότητας εκτιμάται κάτω από 60%.

Όσο για τη φαρμακευτική περίθαλψη, υπήρχε ανορθολογική και ανεξέλεγκτη συνταγογράφηση, προκλητή ζήτηση και φόβος για παρέμβαση της δικαιοσύνης. Η χώρα συμπεριελήφθη στις χώρες με τις μεγαλύτερες φαρμακευτικές δαπάνες, διαθέτοντας το 2,5% του ΑΕΠ της για φάρμακα, προ κρίσης και μάλιστα με ρυθμό αύξησης της τάξης του 1,1% κάθε χρόνο από το 2000-2009.

Το μικρότερο κέρδος

Από το 1988-2009, η Ελλάδα αύξησε κατά 4% του ΑΕΠ τις δαπάνες υγείας – το υψηλότερο ποσοστό στη Νότια Ευρώπη, κερδίζοντας αύξηση στο προσδόκιμο επιβίωσης, μόλις 3,4 έτη ζωής, το χαμηλότερο όλων των Ευρωπαϊκών κρατών.

Κατατάχθηκε έτσι στην χειρότερη θέση από πλευράς, κόστους – αποτελεσματικότητας, παρότι όλες οι χώρες της Νότιας Ευρώπης είχαν συναφείς υποδομές υγείας και αντίστοιχα οικονομικά και πολιτικά δεδομένα για τα συστήματα υγείας τους.

Η βρεφική θνησιμότητα αυξήθηκε από την κρίση κατά 65%, με το 2008 να καταγράφονται 2,6 βρεφικοί θάνατοι ανά 1000 γεννήσεις, ενώ το 2017 το ποσοστό αυξήθηκε στους 4,3 θανάτους ανά 1000 γεννήσεις.

Πεδίο μεταρρυθμίσεων

Όπως τόνισε ο καθ. Υφαντόπουλος, «η οικονομία της υγείας δεν αφορά μόνο το κόστος, αλλά κυρίως την υγεία του πληθυσμού. Οι πολιτικοί στόχοι της ΕΕ εστιάζονται σε αξίες που βασίζονται στη μακρά ιστορία των ευρωπαϊκών κρατών. Και παρότι είναι ευκολότερο να συμφωνήσουμε σε ορισμένες κοινές αξίες, είναι πολύ πιο δύσκολο να τις εφαρμόσουμε.

Η ελληνική περίπτωση, με τις θετικές και αρνητικές πτυχές των μεταρρυθμίσεων στον τομέα της υγείας, μπορεί να αποτελέσει χρήσιμο παράδειγμα για τις πολιτικές λιτότητας με τα αυξημένα κοινωνικά οφέλη και κινδύνους.

Η πανδημία έχει αυξήσει την οικονομική αβεβαιότητα και έχει γίνει μια από τις μεγαλύτερες απειλές για την παγκόσμια οικονομία. Δεν γνωρίζουμε πόσο καιρό θα διαρκέσει και ποιες είναι οι επιπτώσεις της στην ανισότητα, την ανεργία και την οικονομική ανάπτυξη. Παρά τις αρνητικές επιπτώσεις της στην κοινωνία και την οικονομία, η κρίση πρέπει να θεωρηθεί ως «παράθυρο ευκαιρίας» για να επανεξετάσουμε τις ευρωπαϊκές αξίες και να εφαρμόσουμε τις σχετικές αποτελεσματικές πολιτικές».

Οι ανισότητες τώρα

Σύμφωνα με τα τελευταία δεδομένα της ΕΛΣΤΑΤ, το 20% του πληθυσμού που εντάσσεται στο χαμηλότερο πέμπτο των εισοδημάτων που καταγράφονται στη χώρα δεν κατάφερε το 2019 να εξυπηρετήσει τις ανάγκες περίθαλψής του, έναντι του 1,5% του πληθυσμού με το υψηλότερο πέμπτο των εισοδημάτων της χώρας. Κατά μέσο όρο οι Έλληνες διαθέτουν το 7,1% του εισοδήματός τους για υπηρεσίες υγείας, καταβάλλοντας απ΄ ευθείας πληρωμές.

Σημειώνεται ότι πολύ καλή υγεία αναφέρει μόνο το 46,7% του γενικού πληθυσμού και καλή υγεία άλλο ένα 32,7% του πληθυσμού, με ένα 5% να θεωρεί την υγεία του κακή και ένα ποσοστό 1,6%, πολύ κακή.

Πηγή: patrastimes.gr