Ώθηση αντίστοιχη με εκείνη της περιόδου των capital controls γνωρίζουν σήμερα οι ηλεκτρονικές συναλλαγές, με τις τράπεζες να έχουν βρει έναν απροσδόκητο σύμμαχο στα σχέδιά τους να μετασχηματιστούν: την πανδημία.

Όπως προκύπτει από τα οικονομικά αποτελέσματα του β’ τριμήνου του 2020, που ανακοίνωσαν Πειραιώς και Εθνική, τα ψηφιακά τους κανάλια εξέρχονται… ενισχυμένα από την υγειονομική κρίση, γεγονός, που σε μεγάλο βαθμό αποδίδεται στα μέτρα, που ελήφθησαν από την κυβέρνηση, στο πλαίσιο αντιμετώπισης αυτής της έκτακτης κατάστασης. Το lockdown, για παράδειγμα, επιβλήθηκε για μεγάλο διάστημα, στη διάρκεια του οποίου οι επισκέψεις στα τραπεζικά καταστήματα επιτρέπονταν υπό αυστηρούς όρους, ενώ ακόμη και σήμερα απαγορεύεται η διενέργεια συγκεκριμένων συναλλαγών μέσω αυτών, όπως οι αναλήψεις μετρητών έως 400 ευρώ, οι καταθέσεις έως 1.000 ευρώ και οι πληρωμές λογαριασμών τρίτων.

Σύμφωνα με την Εθνική, λοιπόν, οι εγγεγραμμένοι πελάτες στα ψηφιακά της κανάλια έφτασαν τον περασμένο Ιούνιο τους 2,7 εκατομμύρια, με την ετήσια αύξηση να υπολογίζεται σε 27%. Οι μηνιαίοι ενεργοί χρήστες των e-καναλιών «άγγιξαν» το 1,5 εκατομμύριο, αυξημένοι κατά 53% σε ετήσια βάση, ενώ από τα 13 εκατομμύρια συναλλαγές, που διενεργήθηκαν τον περασμένο Ιούνιο, τα επτά εκατομμύρια ήταν μέσω ATMs και APS, τα πέντε εκατομμύρια μέσω e-banking και μόλις ένα εκατομμύριο μέσω του παραδοσιακού δικτύου της ΕΤΕ. Από την αρχή του έτους δε, 160.000 πελάτες έχουν κάνει digital onboarding.

Όσον αφορά στην Πειραιώς, από τις αρχές Μαρτίου έχουν τετραπλασιαστεί οι εβδομαδιαίες εγγραφές στη winbank σε σχέση με πέρυσι, με το 94% των συνολικών συναλλαγών να διενεργούνται μέσω Διαδικτύου έναντι 89% πριν από έναν χρόνο. Περίπου 500.000 πελάτες της τράπεζας πραγματοποιούν online τις συναλλαγές τους σε εβδομαδιαία βάση, με αποτέλεσμα να καταγράφεται ένα login κάθε δύο ημέρες.

Οι ψηφιακές τεχνολογίες στο «μικροσκόπιο» της επιτροπής Πισσαρίδη

«Η μεγαλύτερη πρόκληση ως προς την ευρεία χρήση ψηφιακών τεχνολογιών στην Ελλάδα είναι οι συνέπειες για την εργασία», τονίζει από την πλευρά της, η επιτροπή Πισσαρίδη, υπογραμμίζοντας τα εξής στο προσχέδιο για την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας: «Οι ψηφιακές τεχνολογίες θα βελτιώσουν την παραγωγική λειτουργία, αλλά θα απαιτήσουν προσαρμογές των εργαζομένων σε διάφορους τομείς οικονομικής δραστηριότητας. Οι προσαρμογές αυτές μπορεί να είναι μία ουσιαστική αναβάθμιση των δεξιοτήτων των εργαζομένων στις επιχειρήσεις, όπου εργάζονται.

Μπορεί, όμως, και να είναι μία μετακίνησή τους προς άλλους κλάδους της οικονομίας και απόκτηση των αντίστοιχων δεξιοτήτων. Είναι σημαντικό να υπάρχει μία ευέλικτη οικονομία και αγορά εργασίας, που να διευκολύνει τις διαδικασίες αυτές. Η συνδρομή του κράτους, π.χ. με προγράμματα αναβάθμισης δεξιοτήτων και καθοδήγησης, σχετικά με τις διαρθρωτικές αλλαγές, που επιφέρουν οι ψηφιακές τεχνολογίες, είναι, επίσης, σημαντική».

Σύμφωνα με την επιτροπή, οι θέσεις εργασίας που σταδιακά αντικαθίστανται, δεν περιορίζονται σε εργασίες χαμηλής εξειδίκευσης στον τομέα της μεταποίησης, αλλά επεκτείνονται στις υπηρεσίες, στις μεταφορές και σε εξειδικευμένες εργασίες. «Ήδη, η διείσδυση της ηλεκτρονικής και κινητής τραπεζικής (e-banking, m-banking), των ηλεκτρονικών πληρωμών και καινοτόμων χρηματοπιστωτικών εφαρμογών (fintech) έχει περιορίσει την απασχόληση στον τραπεζικό τομέα στις αναπτυγμένες χώρες. Στην Ελλάδα, η απασχόληση στον συγκεκριμένο τομέα υποχώρησε κατά 23,1% την περίοδο 2013 – 2018 (από 51.200 σε 39.400 εργαζόμενους), ενώ ακόμα εντονότερη είναι η πτώση σε άλλες χώρες, όπως η Ολλανδία (-25,1%). Μείωση της απασχόλησης στον τραπεζικό τομέα την τελευταία πενταετία παρατηρείται σε 21 από 27 χώρες της Ευρώπης», εξηγεί και συνεχίζει: «Την ίδια περίοδο, η προστιθέμενη αξία, που παράγει ο κλάδος στην Ελλάδα, αυξήθηκε κατά 26,7% (από 4,6 δισ. ευρώ το 2013 σε 5,8 δισ. ευρώ το 2018), με αποτέλεσμα η παραγωγικότητα σε όρους προστιθέμενης αξίας ανά εργαζόμενο να έχει εκτοξευτεί από 89.000 ευρώ το 2013 σε 147.000 ευρώ το 2018».

Αξίζει να αναφερθεί ότι το α’ τρίμηνο του 2020 βρέθηκαν εκτός τραπεζικού συστήματος 600 υπάλληλοι. Ειδικότερα, όπως τόνιζε σε σχετικό του δημοσίευμα το ΝΜ, το μεγαλύτερο «μαχαίρι» μπήκε το επίμαχο διάστημα από την Εθνική Τράπεζα, η οποία μείωσε το προσωπικό της κατά 300 άτομα (από 8.500 στα τέλη του 2019 σε 8.200 τον Μάρτιο του 2020), παρά το γεγονός ότι ο αριθμός των καταστημάτων της παρέμεινε ως είχε πέρυσι (389). Μέχρι τον περασμένο Ιούνιο δε, η τράπεζα διέθετε 8.000 εργαζόμενους, με τη διοίκηση να προαναγγέλλει νέα εθελούσια προς το τέλος του 2020 και 388 καταστήματα.

Πάνω από 200 άτομα αποχώρησαν τους πρώτους τρεις μήνες του τρέχοντος έτους από την Τράπεζα Πειραιώς, η οποία διαθέτει και τον μεγαλύτερο αριθμό απασχολουμένων μεταξύ των «4» (10.922 έναντι 11.137 τον Δεκέμβριο του 2019). Στα τέλη Ιουνίου του 2020 η τράπεζα είχε 10.895 υπαλλήλους και 524 καταστήματα.

Μικρότερος ήταν ο αριθμός των υπαλλήλων της Eurobank, που αποχώρησαν το α’ τρίμηνο του 2020. Πρόκειται για 80 άτομα, με την τράπεζα να «μετρά» σήμερα 8.476 εργαζόμενους έναντι 8.556 στα τέλη του 2019. Τέλος, η Alpha Bank περιόρισε το προσωπικό της κατά μόλις 24 άτομα το α’ τρίμηνο του 2020, διαθέτοντας σήμερα 7.330 εργαζόμενους.

Πηγή: patrastimes.gr